Λιβαδειά
Αρχαίοι χρόνοι
Α) περιγραφή Λιβαδειάς
- Παυσανίας, Βοιωτικά ΙΧ, 39, 1
| τὰ μὲν δὴ πρὸς τῶν ὀρῶν Φωκεῖς ὑπεροικοῦσιν Ὀρχομενίων, ἐν δὲ τῷ πεδίῳ Λεβάδειά ἐστιν αὐτοῖς ὅμορος. αὕτη τὸ μὲν ἐξ ἀρχῆς ᾠκεῖτο ἐπὶ μετεώρου καὶ ὠνομάζετο Μίδεια ἀπὸ τῆς Ἀσπληδόνος μητρός · Λεβάδου δὲ ἐξ Ἀθηνῶν ἐς αὐτὴν ἀφικομένου κατέβησάν τε ἐς τὸ χθαμαλὸν οἱ ἄνθρωποι καὶ ἐκλήθη Λεβάδεια ἡ πόλις ἀπ’ αὐτοῦ. πατέρα δὲ τοῦ Λεβάδου, καὶ καθ’ ἥντινα αἰτίαν ἦλθεν, οὐκ ἴσασιν ἄλλο ἢ γυναῖκα εἶναι Λεβάδου Λαονίκην. | Μτφρ.: προς τα βουνά πάνω από τους Ορχομένιους κατοικούν οι Φωκείς, ενώ στην πεδιάδα η Λεβάδεια συνορεύει με αυτούς. Αυτή αρχικά ήταν χτισμένη σε ψηλό σημείο και ονομαζόταν Μίδεια από τη μητέρα του Ασπληδόνος · όταν ήλθε ο Λέβαδος από την Αθήνα σε αυτή (στη Μίδεια), κατέβηκαν στα χαμηλά οι κάτοικοι και ονομάστηκε Λεβάδεια η πόλη από αυτόν. Τον πατέρα του Λεβάδου, όπως και τον λόγο για τον οποίο ήλθε, δεν γνωρίζουν, παρά μόνο ότι η σύζυγός του ήταν η Λαονίκη. |
Β) σχέσεις με άλλες πόλεις
- Πλούταρχος, Αίτια Ελληνικά, 39
| Διὰ τί τοὺς εἰς τὸ Λύκαιον εἰσελθόντας ἑκουσίως καταλεύουσιν οἱ Ἀρκάδες· ἂν δ´ ὑπ´ ἀγνοίας, εἰς Ἐλευθερὰς ἀποστέλλουσι; … κατὰ τὸν μῦθον ἐπεὶ μόνοι τῶν Λυκάονος παίδων Ἐλευθὴρ καὶ Λέβαδος οὐ μετέσχον τοῦ περὶ τὸν Δία μιάσματος ἀλλ´ εἰς Βοιωτίαν ἔφυγον, καὶ Λεβαδεῦσιν ἔστιν ἰσοπολιτεία πρὸς Ἀρκάδας· εἰς Ἐλευθερὰς οὖν ἀποπέμπουσι τοὺς ἐν τῷ ἀβάτῳ τοῦ Διὸς ἀκουσίως γενομένους… | Μτφρ.: Γιατί αυτούς που μπαίνουν στο Λύκαιο με τη θέλησή τους, τους σκοτώνουν, ενώ αυτούς που μπαίνουν ακούσια τους στέλνουν στις Ελευθερές ; …σύμφωνα με τον μύθο, από τους γιους του Λυκάονα μόνο ο Ελευθήρ και ο Λέβαδος δεν πήραν μέρος στο μίασμα σχετικά με τον Δία και έφυγαν για τη Βοιωτία, για αυτό και υπάρχει ισοπολιτεία μεταξύ των Λεβαδέων και των Αρκάδων· Στις Ελευθερές λοιπόν στέλνουν όσους μπαίνουν στο άβατο του Διός ακούσια… |
Γ) θρησκεία – γιορτές
- ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ, ΝΕΦΕΛΑΙ , 506- 508
| Εἰς τὼ χεῖρέ νυν δὸς μοι μελιττοῦταν πρότερον, ὡς δέδοικ’ ἐγὼ εἴσω καταβαίνων, ὥσπερ εἰς Τροφωνίου . | Μτφρ.: στα χέρια μου λοιπόν δώσε μου πρώτα απ’ όλα μια μελόπιτα, γιατί φοβάμαι κάτω να κατέβω, σαν να κατεβαίνω στον Τροφώνιο. |
- Επιγραφές: 29, 32 ( 29, 32 Επιγραφή από τη Λιβαδειά. 30,31, 33: επιγραφές από την αυλή του μουσουλμανικού τεμένους στη Λιβαδειά)
|
|
- Επιγραφή (φανερώνει ότι στην πόλη υπήρχε ναός για τις θεότητες του τοκετού )
| Ἀρτέμιδες πραεῖαι | μτφρ.: Αρτέμιδες μειλίχιες |
- Επιγραφή
| Μνασίππα Καφισοδώρω Ματίρι μεγάλῃ | μτφρ.: η Μνησίππη του Κηφισοδώρου στη Μεγάλη Μητέρα |
- Επιγραφή
| Σωσίας Δαίμονι μειλιχίῳ | μτφρ.: ο Σωσίας στον μειλίχιο θεό |
- Επιγραφή
| Αὐρ Ὀνήσιμος Μεγιστίωνος θεῷ Ἄτει εὐχαριστήριον | μτφρ.: ο Αυρήλιος Ονήσιμος γιος του Μεγιστίωνα ως ευχαριστήριο στον θεό Άτη |
- Επιγραφή
| Δαλιόδωρος/ α καὶ Σώπατρος Ἀρτάμιδι Ορθωσίῃ | μτφρ.: ο Δαλιόδωρος ( ή η Δαλιοδώρα) στην Αρτέμιδα Ορθία |
- Επιγραφή βάθρου αγάλματος
| Ματρί μεγάλῃ πηαωνίᾳ (ή παιωνίᾳ) | μτφρ.: στη μεγάλη μητέρα τη θεραπεύτρια |
- Επιγραφή για τα Βασίλεια (αρ. 130, μουσείο Χαιρώνειας) (αναφέρονται κάποια από τα αγωνίσματα των Βασιλείων)
| Σαλπιστής
Κήρυξι ραψω;ρός παίδας δόλιχον άνδρας δόλιχον παίδας παγκράτιον άνδρας πένταθλον
οπλίτην
απόβασιν
συνωρίδι πωλική συνωρίδι τελεία κέλητι τελείω άρματι πωλικώ άρματι τελείω |
Σαλπιγκτών
Κηρύκων Ραψωδών αγώνισμα δρόμου αντοχής για παιδιά αγώνισμα δρόμου αντοχής για άνδρες αγώνισμα πυγμής και πάλης για παιδιά αγώνισμα που περιλάμβανε άλμα, δίσκο, στάδιο (αγώνας δρόμου 3 χλμ. περίπου) , ακόντιο και πάλη αγώνας δρόμου κατά τον οποίο ο δρομέας φορούσε χάλκινη πανοπλία αγώνας κατά τον οποίο ο αθλητής οπλισμένος πηδά από το κινούμενο άρμα, διανύει μια απόσταση τρέχοντας και ανεβαίνει πάλι σε αυτό με τη βοήθεια του ηνιόχου αρματοδρομία, το άρμα οδηγούν δύο πουλάρια αρματοδρομία, το άρμα οδηγούν δύο άλογα ιπποδρομία αρματοδρομία με τέσσερα πουλάρια να οδηγούν το άρμα αρματοδρομία με τέσσερα άλογα να οδηγούν το άρμα |
- Επιγραφή για τα Βασίλεια (αρ. 262, Μουσείο Χαιρώνειας) Σύμφωνα με την επιγραφή τα Βασίλεια τελούνταν «Παμβοιώτιου νουμηνία» δηλαδή τον μήνα Παμβοιώτιο, τον σημερινό Οκτώβριο, και «ὁ καθεστάμενος ἀγωνοθέτης ἐπὶ τὸν ἀγῶνα τῶν Βασιλείων, ὃν τίθησι τὸ κοινὸν Βοιωτῶν…», δηλαδή, ο αγωνοθέτης ήταν ντόπιος και διορισμένος από το κοινό των Βοιωτών…
- Επιγραφή Μητρώου
| Ματρὶ μεγάλῃ | Μτφρ.: Στη μεγάλη μητέρα |
- Επιγραφή (IG VII 3055) για τις προσφορές στο μαντείο
| α) ἔδοξε τῇ πόλει λεβαδηείων · ὃς κα ἐν τὸ ἄντρον καταβᾶ τõι Τρεφωνίοι κατιαρῶμεν ἐν τὸν θησαυρὸν νόμισμα ἀργύριον
β)Ἀμύντας Περδίκκα, μακεδόνων βασιλεύς, καταβὰς ἐν τῷ ἄντρον ὑπὲρ αύτοσαυτῷ ἀνέθηκε |
Α)Μτφρ.: αποφασίστηκε από την πόλη των Λεβαδέων : οποιοσδήποτε και αν κατεβαίνει στο άντρο του Τροφωνίου πρέπει να καταθέτει στο θησαυροφυλάκιο του ναού ένα αργυρό νόμισμα β) Μτφρ.: ο Αμύντας του Περδίκκα, ο βασιλιάς των Μακεδόνων, αφού κατέβηκε στ άντρο του Τροφωνίου, πρόσφερε αφιέρωμα υπέρ του ίδιου σε εσένα (Τροφώνιε) |
- Επιγραφή Αθηνών (Αρχαιολ. Δελτ. Τόμ. 25Α, σελ. 59)
| Ἐλευθέρια [ἐν Πλαται]αῖς Β., Τρο[φώνια] ἐν Λεβαδείᾳ, Σεβαστά ἐ]ν Νέᾳ π]όλει, Ἄ]λεια ἐν Ρόδῳ… | Μτφρ. Τα Ελευθέρια γιορτάζονται στις Πλαταιές (Β.), τα Τροφώνια στη Λιβαδειά, τα Σεβαστά στη Νέα Πόλη, τα Άλεια στη Ρόδο… |
- Αφιερωματικές επιγραφές απελευθερωμένων δούλων στον Δία Βασιλέα και στον Τροφώνιο
| ἀντίθειτι τὸ ἴδιον δουλικὸν παιδάριον (ή τὰν ἴδιαν δούλα ή τὸν ἴδιον ἱκέταν ἠ ἴδιον θεράποντα) τῦ δὶ βασιλεῖ κὴ τεῖ Τρεφωνίει ἱαρὸν (ἠ ἰαρὰν) εἶμεν τὸν πάντα χρόνον | Μτφρ.: δίνει τον δούλο του που είναι μικρό παιδί (ή τη δούλα του ή τον ικέτη ή τον υπηρέτη του) στον Δία Βασιλιά και στον Τροφώνιο για να είναι αφιερωμένος (ή αφιερωμένη) σε αυτόν για όλα τα χρόνια της ζωής του |
- Ευριπίδης Ίων
| Ἴων : Σὺν ἀνδρὶ δ’ ἥκεις ἢ μόνη χρηστήρια;
Κρέουσα : Σὺν ἀνδρί. σηκοὺς δ’ ἐκστρέφει Τροφωνίου. Κρέουσα : Κείνου τε Φοίβου θ’ ἓν θέλων μαθεῖν ἔπος. Ἴων : Καρποῦ δ’ ὕπερ γῆς ἥκετ’, ἢ παίδων πέρι; Κρέουσα : Ἄπαιδές ἐσμεν, χρόνι’ ἔχοντ’ εὐνήματα. [………]
Κρέουσα : Ἀλλ’, ὦ ξέν’, εἰσορῶ γὰρ εὐγενῆ πόσιν Ξοῦθος: Πρῶτον μὲν ὁ θεὸς τῶν ἐμῶν προσφθεγμάτων Ξοῦθος : Οὐκ ἠξίωσε τοῦ θεοῦ προλαμβάνειν |
Ίων: Με τον άνδρα σου ήρθες για χρησμούς ή μόνη;
Κρέουσα: Με τον άνδρα μου. Στα ιερά μέρη του Τροφωνίου βρίσκεται. Ίων: Ποιο από τα δύο. Ως θεατής ήλθε ή για να πάρει μαντείες; Κρέουσα: Από εκείνον και από τον Φοίβο θέλει να πάρει έναν λόγο. Ίων: Ήρθε να ρωτήσει για τους καρπούς της γης ή για τα παιδιά του; Κρέουσα: Άπαιδες είμαστε αν και πολλά χρόνια είμαστε παντρεμένοι.[…] Κρέουσα: Αλλά, ξένε, βλέπω τον ευγενή σύζυγό μου, τον Ξούθο, να πλησιάζει, έχοντας αφήσει το άντρο του Τροφωνίου[…] Ξούθος: Πρώτα στον θεό απευθύνω τον λόγο μου και ύστερα σε χαιρετώ και εσένα, γυναίκα. Μήπως η καθυστέρησή μου σε ανησύχησε;
Κρέουσα: Καθόλου, έφτασες πριν ξυπνήσει η ανησυχία μου. Αλλά πες μου, τι χρησμό φέρνεις από τον Τροφώνιο, πώς θα καταφέρουμε να αποκτήσουμε παιδιά; Ξούθος: Δεν με αξίωσε ο θεός να πάρω μαντεία. Ένας όμως είπε: στο σπίτι μας δεν θα πάμε χωρίς παιδί ούτε εγώ ούτε εσύ από το μαντείο τούτο. |
- Ηρόδοτος Κλειώ 46
| Κροῖσος δὲ ἐπὶ δύο ἔτεα ἐν πένθεϊ μεγάλῳ κατῆστο τοῦ παιδὸς ἐστερημένος. μετὰ δὲ ἡ Ἀστυάγεος τοῦ Κυαξάρεω ἡγεμονίη καταιρεθεῖσα ὑπὸ Κύρου τοῦ Καμβύσεω καὶ τὰ τῶν Περσέων πρήγματα αὐξανόμενα πένθεος μὲν Κροῖσον ἀπέπαυσε, ἐνέβησε δὲ ἐς φροντίδα, εἴ κως δύναιτο, πρὶν μεγάλους γενέσθαι τοὺς Πέρσας, καταλαβεῖν αὐτῶν αὐξανομένην τὴν δύναμιν. μετὰ ὦν τὴν διάνοιαν ταύτην αὐτίκα ἀπεπειρᾶτο τῶν μαντείων τῶν τε ἐν Ἕλλησι καὶ τοῦ ἐν Λιβύῃ, διαπέμψας ἄλλους ἄλλῃ, τοὺς μὲν ἐς Δελφοὺς ἰέναι, τοὺς δὲ ἐς Ἄβας τὰς Φωκέων, τοὺς δὲ ἐς Δωδώνην· οἳ δὲ τινὲς ἐπέμποντο παρὰ τε Ἀμφιάρεων καὶ παρὰ Τροφώνιον, οἳ δὲ τῆς Μιλησίης ἐς Βραγχίδας. | Μτφρ.: Ο Κροίσος δύο ολόκληρα χρόνια έμεινε άπρακτος μέσα σε μεγάλο πένθος για το χαμό του παιδιού του. Ύστερα όμως η ηγεμονία του Αστυάγη, γιου του Κυαξάρη, που την αφάνισε ο Κύρος, γιος του Καμβύση, και τα περσικά πράγματα, που όλο και πήγαιναν μπροστά, έβαλαν τέλος στο πένθος του και τον έκαναν να σκεφτεί μήπως μπορούσε, πριν γίνουν μεγάλοι οι Πέρσες, να σταματήσει τη δύναμή τους πάνω στην αύξησή της. Με αυτή τη σκέψη στο μυαλό του ζήτησε αμέσως να δοκιμάσει τα ελληνικά μαντεία κι αυτό που ήταν στη Λιβύη, και έστειλε ανθρώπους του άλλους αλλού: Μερικούς να πάνε στους Δελφούς, κάποιους στις Άβες της Φωκίδος κι άλλους στη Δωδώνη· μερικοί να τραβήξουν για το ιερό του Αμφιάραου και του Τροφώνιου, και άλλοι για τις Βραγχίδες της χώρας των Μιλησίων. |
- Ηρόδοτος, 8, 133-134
| Ηρόδοτος, 8, 133-134 οἱ μὲν δὴ Ἕλληνες ἔπλεον ἐς τὴν Δῆλον, Μαρδόνιος δὲ περὶ τὴν Θεσσαλίην ἐχείμαζε. ἐνθεῦτεν δὲ ὁρμώμενος ἔπεμπε κατὰ τὰ χρηστήρια ἄνδρα Εὐρωπέα γένος, τῷ οὔνομα ἦν Μῦς, ἐντειλάμενος πανταχῇ μιν χρησόμενον ἐλθεῖν, τῶν οἷά τε ἦν σφι ἀποπειρήσασθαι. ὅ τι μὲν βουλόμενος ἐκμαθεῖν πρὸς τῶν χρηστηρίων ταῦτα ἐνετέλλετο, οὐκ ἔχω φράσαι· οὐ γὰρ ὦν λέγεται· δοκέω δ᾽ ἔγωγε περὶ τῶν παρεόντων πρηγμάτων καὶ οὐκ ἄλλων πέρι πέμψαι. οὗτος ὁ Μῦς ἔς τε Λεβάδειαν φαίνεται ἀπικόμενος καὶ μισθῷ πείσας τῶν ἐπιχωρίων ἄνδρα καταβῆναι παρὰ Τροφώνιον, καὶ ἐς Ἄβας τὰς Φωκέων ἀπικόμενος ἐπὶ τὸ χρηστήριον· | Μτφρ.: Οι Έλληνες έπλεαν προς τη Δήλο, ενώ ο Μαρδόνιος ξεχειμώνιαζε στη Θεσσαλία. Αυτή την περιοχή έχοντας ως ορμητήριο, έστειλε έναν άνδρα Ευρωπέα στο γένος, που το όνομά του ήταν Μυς, με τη διαταγή να πάρει από παντού χρησμούς και να επιστρέψει, για τις επιχειρήσεις που θα έπρεπε να διεξάγουν. Ότι διατάχθηκε να μάθει από τα μαντεία αυτά, δεν μπορώ να το πω, γιατί δεν υπάρχουν πληροφορίες. Νομίζω όμως ότι έστειλε τον άνθρωπο να ρωτήσει για την παρούσα κατάσταση και όχι για κάτι άλλο. Αυτός ο Μυς φαίνεται ότι ήρθε και στη Λιβαδειά και με χρήματα έπεισε έναν από τους ντόπιους να κατέβει στον Τροφώνιο. Επισκέφτηκε επίσης και το μαντείο των Αβών στη Φωκίδα.
|
- Ησύχιος, Γλῶσσαι
| κριθῶν ὄχλος: ἐν Τροφωνίῳ (Cratin. fr. 227)· παρέθηκε δὲ παίζων τὸ ἀργύριον | Μτφρ.: μεγάλη ποσότητα κόκκων σιταριού: φράση που αναφέρεται στον Τροφώνιο . Φράση από απόσπασμα του Κρατίνου που τη χρησιμοποιεί μιλώντας μεταφορικά για τα χρήματα (του μαντείου) |
- Ησύχιος, Γλῶσσαι
| Ἑρκύνια: ἑορτὴ Δήμητρος | Μτφρ.: Ερκύνια, εορτή αφιερωμένη στη Δήμητρα |
- Όμηρος, Ιλιάδα Ο 329–330
| Ἕκτωρ μὲν Στιχίον τε καὶ Ἀρκεσίλαον ἔπεφνε, τὸν μὲν Βοιωτῶν ἡγήτορα χαλκοχιτώνων | Μτφρ:. Ο Έκτορας τον Στίχιο και τον Αρκεσίλαο σκότωσε, τον αρχηγό των Βοιωτών με τους χάλκινους θώρακες (Ο Αρκεσίλαος ήταν Βοιωτός αρχηγός στον τρωικό πόλεμο, που τον σκότωσε ο Έκτορας και ο τάφος του βρισκόταν στις όχθες της Έρκυνας ) |
- Ομηρικός Ύμνος στον Απόλλωνα
| ἔνθα ἄναξ τεκμήρατο Φοῖβος Ἀπόλλων νηὸν ποιήσασθαι ἐπήρατον εἶπέ τε μῦθον· ἐνθάδε δὴ φρονέω τεύξειν περικαλλέα νηὸν ἔμμεναι ἀνθρώποις χρηστήριον οἵ τέ μοι αἰεὶ ἐνθάδ᾽ ἀγινήσουσι τεληέσσας ἑκατόμβας, 290 ἠμὲν ὅσοι Πελοπόννησον πίειραν ἔχουσιν, ἠδ᾽ ὅσοι Εὐρώπην τε καὶ ἀμφιρύτους κατὰ νήσους, χρησόμενοι· τοῖσιν δ᾽ ἄρ᾽ ἐγὼ νημερτέα βουλὴν πᾶσι θεμιστεύοιμι χρέων ἐνὶ πίονι νηῷ. ὣς εἰπὼν διέθηκε θεμείλια Φοῖβος Ἀπόλλων 295 εὐρέα καὶ μάλα μακρὰ διηνεκές· αὐτὰρ ἐπ᾽ αὐτοῖς λάϊνον οὐδὸν ἔθηκε Τροφώνιος ἠδ᾽ Ἀγαμήδης υἱέες Ἐργίνου, φίλοι ἀθανάτοισι θεοῖσιν· ἀμφὶ δὲ νηὸν ἔνασσαν ἀθέσφατα φῦλ᾽ ἀνθρώπων κτιστοῖσιν λάεσσιν ἀοίδιμον ἔμμεναι αἰεί. |
Μτφρ.: δώ αποφάσισε ο άναξ Φοίβος Απόλλων ναό να φτιάξει λατρευτό και είπε αυτά τα λόγια· Λοιπόν εδώ φρονώ περικαλλή ναό να ιδρύσω να’ ναι χρηστήριο στους ανθρώπους που για χάρη μου εσαεί εδώ εκατόμβες θα προσφέρουν τελεσφόρες, όσοι στην πλούσια κατοικούνε Πελοπόννησο, και όσοι στην Ευρώπη και στα περίβρεχτα νησιά, χρησμό ζητώντας· και σ᾽ αυτούς όλους εγώ αλάνθαστα θα τους χρησμοδοτώ μέσα στον πλούσιο ναό. Αυτά σαν είπε έθεσε τα θεμέλια ο Φοίβος Απόλλων πλατιά και σ᾽ έκταση πολύ μακριά· κι έπειτα πάνω τους πέτρινο τοποθέτησε κατώφλι ο Τροφώνιος κι ο Αγαμήδης οι γιοι του Εργίνου, οι προσφιλείς στους αθανάτους θεούς. Και τότε γένη ανθρώπων αναρίθμητα χτίσανε το ναό με λίθους λαξευτούς για να ‘ναι πάντα αξιοΰμνητος. |
- Παυσανίας, Βοιωτικά, ΙΧ, 11, 1-2
| ἐν ἀριστερᾷ δὲ τῶν πυλῶν, ἃς ὀνομάζουσιν Ἠλέκτρας, οἰκίας ἐστὶν ἐρείπια ἔνθα οἰκῆσαί φασιν Ἀμφιτρύωνα διὰ τὸν Ἠλεκτρύωνος θάνατον φεύγοντα ἐκ Τίρυνθος ·καὶ τῆς Ἀλκμήνης ἐστὶν ἔτι ὁ θάλαμος ἐν τοῖς ἐρειπίοις δῆλος. οἰκοδομῆσαι δὲ αὐτὸν τῷ Ἀμφιτρύωνι Τροφώνιόν φασι καὶ Ἀγαμήδην, καὶ ἐπίγραμμα ἐπ’ αὐτῷ ἐπιγραφῆναι τόδε:
Ἀμφιτρύων ὅτ’ ἔμελλ’ ἀγαγέσθαι δεῦρο γυναῖκα Ἀλκμήνην, θάλαμόν γ’ εἱλίξατο τοῦτον ἑαυτῷ· Ἀγχάσιος δ’ ἐποίησε Τροφώνιος ἠδ’ Ἀγαμήδης. τοῦτο μὲν ἐνταῦθα οἱ Θηβαῖοι γραφῆναι λέγουσιν |
Μτφρ.: Αριστερά από τις πύλες τις οποίες ονομάζουν Ηλέκτρες βρίσκονται τα ερείπια οικίας όπου λένε ότι κατοικούσε ο Αμφιτρύωνας μετά την εξορία του από την Τίρυνθα για τον θάνατο του Ηλεκτρύωνος · και της Αλκμήνης ο θάλαμος διακρίνεται ανάμεσα στα ερείπια. Λένε ότι αυτόν τον έχτισαν για τον Αμφιτρύωνα ο Τροφώνιος και ο Αγαμήδης, και σε αυτόν βρίσκεται η εξής επιγραφή: «Όταν ο Αμφιτρύων επρόκειτο να φέρει εδώ τη γυναίκα του, την Αλκμήνη, διάλεξε τον θάλαμο αυτό για τον εαυτό του· αυτόν τον κατασκεύασε ο Τροφώνιος ο ισόθεος και ο Αγαμήδης». Αυτό λένε οι Θηβαίοι ότι έχει γραφεί εκεί. |
- Παυσανίας, Βοιωτικά, ΙΧ, 37, 3-7
| Ἐργῖνος δὲ ἅτε κεκακωμένων ἐς τὸ ἔσχατον τῶν πολιτῶν πρὸς μὲν τὸν Ἡρακλέα ἐποιήσατο εἰρήνην, πλοῦτον δὲ τὸν πρότερον καὶ εὐδαιμονίαν ἐκείνην ἀνασώσασθαι ζητῶν ἠμέλησεν ἁπάντων ὁμοίως τῶν ἄλλων, ὥστε καὶ ἔλαθεν ἄγαμος καὶ ἄπαις ἀφικόμενος ἐς γῆρας. ὡς δὲ αὐτῷ χρήματα συνείλεκτο, ἐνταῦθα ἐπεθύμησέν οἱ γενέσθαι παῖδας · ἐλθόντι δὲ ἐς Δελφοὺς καὶ ἐρομένῳ περὶ παίδων χρᾷ τάδε ἡ Πυθία:
Ἐργῖνε Κλυμένοιο πάι Πρεσβωνιάδαο, ὄψ’ ἦλθες γενεὴν διζήμενος, ἀλλ’ ἔτι καὶ νῦν ἱστοβοῆι γέροντι νέην ποτίβαλλε κορώνην. λαβόντι δὲ αὐτῷ νέαν γυναῖκα κατὰ τὸ μάντευμα Τροφώνιος γίνεται καὶ Ἀγαμήδης. λέγεται δὲ ὁ Τροφώνιος Ἀπόλλωνος εἶναι καὶ οὐκ Ἐργίνου· καὶ ἐγώ τε πείθομαι καὶ ὅστις παρὰ Τροφώνιον ἦλθε δὴ μαντευσόμενος. τούτους φασίν, ὡς ηὐξήθησαν, γενέσθαι δεινοὺς θεοῖς τε ἱερὰ κατασκευάσασθαι καὶ βασίλεια ἀνθρώποις· καὶ γὰρ τῷ Ἀπόλλωνι τὸν ναὸν ᾠκοδόμησαν τὸν ἐν Δελφοῖς καὶ Ὑριεῖ τὸν θησαυρόν. ἐποίησαν δὲ ἐνταῦθα τῶν λίθων ἕνα εἶναί σφισιν ἀφαιρεῖν κατὰ τὸ ἐκτός ·καὶ οἱ μὲν ἀεί τι ἀπὸ τῶν τιθεμένων ἐλάμβανον· Ὑριεὺς δὲ εἴχετο ἀφασίᾳ, κλεῖς μὲν καὶ σημεῖα τὰ ἄλλα ὁρῶν ἀκίνητα, τὸν δὲ ἀριθμὸν ἀεὶ τῶν χρημάτων ἐλάττονα. ἵστησιν οὖν ὑπὲρ τῶν ἀγγείων, ἐν οἷς ὅ τε ἄργυρος ἐνῆν καὶ ὁ χρυσός οἱ, πάγας ἤ τι καὶ ἄλλο ὃ τὸν ἐσελθόντα καὶ ἁπτόμενον τῶν χρημάτων καθέξειν ἔμελλεν. ἐσελθόντος δὲ τοῦ Ἀγαμήδους τὸν μὲν ὁ δεσμὸς κατεῖχε, Τροφώνιος δὲ ἀπέτεμεν αὐτοῦ τὴν κεφαλήν, ὅπως μὴ ἡμέρας ἐπισχούσης ἐκεῖνος γένοιτο ἐν αἰκίαις καὶ αὐτὸς μηνυθείη μετέχων τοῦ τολμήματος. καὶ Τροφώνιον μὲν ἐνταῦθα ἐδέξατο ἡ γῆ διαστᾶσα, ἔνθα ἐστὶν ἐν τῷ ἄλσει τῷ ἐν Λεβαδείᾳ βόθρος τε Ἀγαμήδους καλούμενος καὶ πρὸς αὐτῷ στήλη. |
Μτφρ.: ο Εργίνος, επειδή οι πολίτες κακόπαθαν σε έσχατο βαθμό, με τον Ηρακλή έκανε ειρήνη και θέλοντας να ανακτήσει τα προηγούμενα πλούτη και την ευημερία, παραμέλησε όλα τα άλλα ανεξαιρέτως και έφτασε στα γηρατειά ανύπανδρος και χωρίς παιδιά. Όταν όμως μάζεψε πλούτη, τότε επιθύμησε να αποκτήσει παιδιά. Όταν λοιπόν ήλθε στους Δελφούς και ρώτησε για παιδιά, η Πυθία του έδωσε αυτόν τον χρησμό: «Εργίνε, για του Πρεσβωνιάδη Κλυμένη, αργά ήλθες ζητώντας συνέχεια της γενιάς σου, αλλά ακόμα και τώρα στο γέρικο ξύλο του αλετριού καινούργια βάλε τελείωμα». Και αφού παντρεύτηκε νέα γυναίκα κατά τη μαντεία, γεννιέται ο Τροφώνιος και ο Αγαμήδης. Λέγεται ότι ο Τροφώνιος είναι γιος του Απόλλωνα και όχι του Εργίνου. Με αυτό συμφωνώ και εγώ και όποιος άλλος ήλθε για να πάρει μαντεία στον Τροφώνιο. Αυτοί λένε, όταν μεγάλωσαν, έγινα ικανότατοι στο να κατασκευάζουν ιερά για τους θεούς και παλάτια για τους ανθρώπους. Έτσι και τον ναό του Απόλλωνα έχτισαν στους Δελφούς και τον θησαυρό του Υριέα. Το έχτισαν έτσι ώστε ένας από τους λίθους να αφαιρείται από την έξω πλευρά. Και αυτοί κάθε φορά έπαιρναν κάτι από αυτά που τοποθετούσε μέσα (ο Υριέας). Ο Υριέας είχε μείνει άφωνος βλέποντας την κλειδαριά και τις άλλες σφραγίδες στη θέση τους, αλλά τον αριθμό των θησαυρών του να ελαττώνεται συνεχώς. Έστησε λοιπόν πάνω από τα αγγεία, όπου φυλασσόταν το ασήμι και ο χρυσός του, παγίδες ή κάτι άλλο το οποίο προοριζόταν να πιάσει όποιον έμπαινε και άγγιζε τους θησαυρούς. Όταν μπήκε ο Αγαμήδης, η παγίδα τον ακινητοποίησε και ο Τροφώνιος του έκοψε το κεφάλι, ώστε μόλις ξημερώσει να μην τον βασανίσουν και να μην φανερωθεί ότι μετείχε και εκείνος στο τόλμημα. Και τον Τροφώνιο άνοιξε η γη και τον έκλεισε μέσα στο άλσος της Λιβαδειάς, εκεί όπου βρίσκεται και ο λεγόμενος λάκκος του Αγαμήδη και κοντά σε αυτόν μία στήλη. |
- Παυσανίας, Μεσσηνιακά, 4, 32, 5-6
| φασὶ δὲ οἱ Θηβαῖοι μελλούσης τῆς μάχης ἔσεσθαί σφισιν ἐν Λεύκτροις ἐς ἄλλα τε ἀποστεῖλαι χρηστήρια καὶ ἐρησομένους τὸν ἐν Λεβαδείᾳ θεόν. λέγεται μὲν οὖν καὶ τὰ παρὰ τοῦ Ἰσμηνίου καὶ τοῦ Πτῴου, πρὸς δὲ τὰ ἐν Ἄβαις τε χρησθέντα καὶ τὰ ἐν Δελφοῖς· Τροφώνιον δέ φασιν εἰπεῖν ἑξαμέτρῳ:
πρὶν δορὶ συμβαλέειν ἐχθροῖς, στήσασθε τρόπαιον, ἀσπίδα κοσμήσαντες ἐμήν, τὴν εἵσατο νηῷ θοῦρος Ἀριστομένης Μεσσήνιος. αὐτὰρ ἐγώ τοι ἀνδρῶν δυσμενέων φθίσω στρατὸν ἀσπιστάων. ἀφικομένου δὲ τοῦ χρησμοῦ δεηθῆναι Ξενοκράτους λέγουσιν Ἐπαμινώνδαν· ὁ δὲ τήν τε ἀσπίδα μεταπέμπεται τοῦ Ἀριστομένους καὶ ἐκόσμησεν ἀπ’ αὐτῆς τρόπαιον, ὅθεν τοῖς Λακεδαιμονίοις ἔσεσθαι σύνοπτον ἔμελλεν. ᾔδεσαν δὲ ἄρα τὴν ἀσπίδα οἱ μὲν αὐτῶν ἐν Λεβαδείᾳ καθ’ ἡσυχίαν ἑωρακότες, ἀκοῇ δὲ καὶ πάντες· ὡς δὲ ἐγένετο ἡ νίκη Θηβαίοις, ἀποδιδόασιν αὖθις τῷ Τροφωνίῳ τὸ ἀνάθημα. Ἀριστομένους δὲ καὶ χαλκοῦς ἀνδριάς ἐστιν ἐν τῷ Μεσσηνίων σταδίῳ |
Μτφρ.: Λένε οι Θηβαίοι ότι, όταν επρόκειτο να πολεμήσουν στα Λεύκτρα, έστειλαν ανθρώπους και σε άλλα μαντεία για να πάρουν χρησμό και στη Λιβαδειά στον θεό. Και λέγεται ότι έδωσαν χρησμό και το μαντείου του Ισμηνίου και το Πτώο και το μαντείο στις Άβες και στους Δελφούς· ο Τροφώνιος λένε ότι είπε σε εξάμετρους στίχους: « Πριν να χτυπηθείτε με τους εχθρούς, να στήσετε τρόπαιο, και να το κοσμήσετε με την ασπίδα μου, αυτή που έφερε στον ναό ο πολεμιστής Αριστομένης ο Μεσσήνιος. Αμέσως εγώ τότε θα εξοντώσω τον στρατό των ανάξιων εμπιστοσύνης εχθρικών ανδρών». Και όταν έφτασε ο χρησμός λένε ότι ο Επαμεινώνδας ζήτησε από τον Ξενοκράτη να τον πραγματοποιήσει. Και αυτός έφερε την ασπίδα του Αριστομένη και στόλισε με αυτή το τρόπαιο σε σημείο που με μια ματιά θα μπορούσαν να το δουν οι Λακεδαιμόνιοι. Γνώριζαν την ασπίδα όσοι την είχαν δει στη Λιβαδειά να κείτεται και όλοι εξ ακοής· και όταν πήραν τη νίκη οι Θηβαίοι, ευθύς έδωσαν πίσω στον Τροφώνιο το ανάθημα. Υπάρχει και χάλκινο ανδριάντας του Αριστομένη στο στάδιο των Μεσσηνίων. |
- Παυσανίας, Φωκικά, Χ ,5,13
| τέταρτος δὲ ὑπὸ Τροφωνίου μὲν εἰργάσθη καὶ Ἀγαμήδους, λίθου δὲ αὐτὸν ποιηθῆναι μνημονεύουσι: κατεκαύθη δὲ Ἐρξικλείδου μὲν Ἀθήνῃσιν ἄρχοντος, πρώτῳ δὲ τῆς ὀγδόης Ὀλυμπιάδος ἔτει καὶ πεντηκοστῆς, ἣν Κροτωνιάτης ἐνίκα Διόγνητος. | Μτφρ.: Ο τέταρτος (ναός των Δελφών) κατασκευάστηκε από τον Τροφώνιο και τον Αγαμήδη, και λέγεται ότι αυτός κατασκευάστηκε από λίθο. Καταστράφηκε από φωτιά την εποχή που ήταν άρχοντας στην Αθήνα ο Ερξικλείδης, το πρώτο έτος της πεντηκοστής όγδοης Ολυμπιάδας, (548 π. Χ.) κατά την οποία νίκησε ο Κροτωνιάτης Διόγνητος. |
- Πίνδαρος, Ολυμπιόνικος Ζ’
| (για τον Διαγόρα της Ρόδου, νικητή στην Πυγμαχία) …ἔγνω… ἀγῶνες τ’ ἔννομοι Βοιωτίων, Πελλανά τ’ Αἰγίνᾳ τε νικῶνθ’ ἑξάκις… | Μτφρ.: τον γνώρισαν … και οι θεσπισμένοι αγώνες των Βοιωτών, και η Παλλήνη και στην Αίγινα πέτυχε έξι νίκες… Σχολιαστής: με τη φράση «ἀγῶνες τ’ ἔννομοι Βοιωτίων», αναφέρεται στα «ἐν δὲ Λεβαδείᾳ τὰ καλούμενα Βασίλεια», δηλαδή, ο ποιητής όταν μιλά για τους θεσπισμένους αγώνες των Βοιωτών αναφέρεται στους αγώνες που γίνονται στη Λιβαδειά και ονομάζονται Βασίλεια |
- Πλουτάρχου, Ερωτικές διηγήσεις
| Ἐν Ἁλιάρτῳ τῆς Βοιωτίας κόρη τις γίγνεται κάλλει διαπρέπουσα ὄνομα Ἀριστόκλεια · θυγάτηρ δ’ ἦν Θεοφάνους. Ταύτην μνῶνται Στράτων Ὀρχομένιος καὶ Καλλισθένης Ἁλιάρτιος. Πλουσιώτερος δ’ ἦν Στράτων καὶ μᾶλλόν τι τῆς παρθένου ἡττημένος · ἐτύγχανε γὰρ ἰδὼν αὐτὴν ἐν Λεβαδείᾳ λουομένην ἐπὶ τῇ κρήνῃ τῇ Ἐρκύνῃ · ἔμελλε γὰρ τῷ Διὶ τῷ βασιλεῖ κανηφορεῖν. ἀλλ’ ὁ Καλλισθένης γε πλέον ἐφέρετο · ἦν γὰρ τῷ γένει προσήκων τῇ κόρῃ. ἀπορῶν δὲ τῷ πράγματι ὀ Θεοφάνης, ἐδεδίει γὰρ τὸν Στράβωνα πλούτῳ καὶ γένει σχεδὸν ἁπάντων διαφέροντα τῶν Βοιωτῶν, τὴν αἵρεσιν ἐβούλετο τῷ Τροφωνίῳ ἐπιτρέψαι . .. | ΜΤΦΡ.: Στην Αλίαρτο της Βοιωτίας ζούσε μια κόρη που ξεχώριζε στην ομορφιά με το όνομα Αριστόκλεια. Ήταν θυγατέρα του Θεοφάνους. Αυτήν ήθελαν να παντρευτούν ο Στράτων από τον Ορχομενό και ο Καλλισθένης από την Αλίαρτο. Πλουσιώτερος ήταν ο Στράτων και περισσότερο ερωτευμένος με την κόρη, γιατί έτυχε να τη δει στη Λιβαδειά να λούζεται στην κρήνη Ερκύνη, διότι επρόκειτο να γίνει κανηφόρος στη γιορτή του Διός Βασιλέως. Αλλά ο Καλλισθένης ήταν σε πλεονεκτικότερη θέση, γιατί ήταν πιο ταιριαστός στην κόρη χάρη στην καταγωγή του. Ο Θεοφάνης βρέθηκε σε αδιέξοδο με την κατάσταση, γιατί φοβόταν τον Στράβωνα που υπερείχε στον πλούτο και στην καταγωγή σχεδόν από όλους τους Βοιωτούς και έτσι θέλησε να αναθέσει την εκλογή στον Τροφώνιο… |
- Πλούταρχος, Παραμυθητικός προς Απολλώνιον
| Καὶ περὶ Ἀγαμήδους δὲ καὶ Τροφωνίου φησὶ Πίνδαρος τὸν νεὼν τὸν ἐν Δελφοῖς οἰκοδομήσαντας αἰτεῖν παρὰ τοῦ Ἀπόλλωνος μισθόν, τὸν δ´ αὐτοῖς ἐπαγγείλασθαι εἰς ἑβδόμην ἡμέραν ἀποδώσειν, ἐν τοσούτῳ δ´ εὐωχεῖσθαι παρακελεύσασθαι· τοὺς δὲ ποιήσαντας τὸ προσταχθὲν τῇ ἑβδόμῃ νυκτὶ κατακοιμηθέντας τελευτῆσαι. | Μτφρ. : Σχετικά με τον Αγαμήδη και τον Τροφώνιο διηγείται ο Πίνδαρος ότι, αφού έχτισαν τον ναό στους Δελφούς, ζήτησαν από τον Απόλλωνα την αμοιβή τους και αυτός τους υποσχέθηκε ότι θα τους τη δώσει μετά από επτά ημέρες. Εν τω μεταξύ τους προέτρεψε να διασκεδάζουν. Αυτοί έκαναν πράξη την προτροπή και την έβδομη νύχτα έπεσαν για ύπνο και πέθαναν. |
- Πλούταρχος ,Περί του Σωκράτους δαιμόνιον
| [21] … ἃ δὲ Τιμάρχου τοῦ Χαιρωνέως ἠκούσαμεν ὑπὲρ τούτων διεξιόντος, οὐκ οἶδα μὴ μύθοις ὁμοιότερ´ ἢ λόγοις ὄντα σιωπᾶν ἄμεινον.’ ‘μηδαμῶς’ εἶπεν ὁ Θεόκριτος, ‘ἀλλὰ δίελθ´ αὐτά· καὶ γὰρ εἰ μὴ λίαν ἀκριβῶς, ἀλλ´ ἔστιν ὅπη ψαύει τῆς ἀληθείας καὶ τὸ μυθῶδες. (590) πρότερον δὲ τίς ἦν οὗτος ὁ Τίμαρχος φράσον· | οὐ γὰρ ἔγνων τὸν ἄνθρωπον.’ ‘εἰκότως γ´,’ εἶπεν ὁ Σιμμίας ‘ὦ Θεόκριτε· νέος γὰρ ὢν κομιδῇ κατέστρεψε τὸν βίον καὶ Σωκράτους δεηθεὶς ταφῆναι παρὰ Λαμπροκλέα τὸν Σωκράτους υἱόν, ὀλίγαις πρότερον ἡμέραις αὐτοῦ τεθνηκότα, φίλον καὶ ἡλικιώτην γενόμενον. οὗτος οὖν ποθῶν γνῶναι τὸ Σωκράτους δαιμόνιον ἣν ἔχει δύναμιν, ἅτε δὴ νέος οὐκ ἀγεννὴς ἄρτι γεγευμένος φιλοσοφίας, ἐμοὶ καὶ Κέβητι κοινωσάμενος μόνοις εἰς Τροφωνίου κατῆλθε δράσας τὰ νομιζόμενα περὶ τὸ μαντεῖον. ἐμμείνας δὲ δύο νύκτας κάτω καὶ μίαν ἡμέραν, τῶν πολλῶν ἀπεγνωκότων αὐτὸν ἤδη καὶ τῶν οἰκείων ὀδυρομένων, πρωὶ μάλα φαιδρὸς ἀνῆλθε· προσκυνήσας δὲ τὸν θεόν, ὡς πρῶτον διέφυγε τὸν ὄχλον, διηγεῖτο ἡμῖν θαυμάσια πολλὰ καὶ ἰδεῖν καὶ ἀκοῦσαι.
[22] Ἔφη δὲ καταβὰς εἰς τὸ μαντεῖον περιτυχεῖν σκότῳ πολλῷ τὸ πρῶτον, εἶτ´ ἐπευξάμενος κεῖσθαι πολὺν χρόνον οὐ μάλα συμφρονῶν ἐναργῶς εἴτ´ ἐγρήγορεν εἴτ´ ὀνειροπολεῖ· πλὴν δόξαι γε τῆς κεφαλῆς ἅμα ψόφῳ προσπεσόντι πληγείσης τὰς ῥαφὰς διαστάσας μεθιέναι τὴν ψυχήν. ὡς δ´ ἀναχωροῦσα κατεμίγνυτο πρὸς ἀέρα διαυγῆ καὶ καθαρὸν ἀσμένη, πρῶτον μὲν ἀναπνεῦσαι τότε δοκεῖν διὰ χρόνου συχνοῦ τεινομένην τέως καὶ πλείονα γίγνεσθαι τῆς πρότερον ὥσπερ ἱστίον ἐκπεταννύμενον, ἔπειτα κατακούειν ἀμαυρῶς ῥοίζου τινὸς ὑπὲρ κεφαλῆς περιελαυνομένου φωνὴν ἡδεῖαν ἱέντος. ἀναβλέψας δὲ τὴν μὲν γῆν οὐδαμοῦ καθορᾶν, νήσους δὲ λαμπομένας μαλακῷ πυρὶ κατ´ ἀλλήλων ἐξαμειβούσας ἄλλην ἄλλοτε χρόαν ὥσπερ βαφὴν ἅμα τῷ φωτὶ ποικιλλομένῳ κατὰ τὰς μεταβολάς. φαίνεσθαι δὲ πλήθει μὲν ἀναρίθμους μεγέθει δ´ ὑπερφυεῖς, οὐκ ἴσας δὲ πάσας ἀλλ´ ὁμοίως κυκλοτερεῖς· οἴεσθαι δὲ ταύταις τὸν αἰθέρα κύκλῳ φερομέναις ὑπορροιζεῖν λιγυρῶς · εἶναι γὰρ ὁμολογουμένην τῇ τῆς κινήσεως λειότητι τὴν πραότητα τῆς φωνῆς ἐκείνης ἐκ πασῶν συνηρμοσμένης. διὰ μέσου δ´ αὐτῶν θάλασσαν ἢ λίμνην ὑποκεχύσθαι τοῖς χρώμασι διαλάμπουσαν διὰ τῆς γλαυκότητος ἐπιμιγνυμένοις· καὶ τῶν νήσων ὀλίγας μὲν διεκπλεῖν κατὰ πόρον καὶ διακομίζεσθαι πέραν τοῦ ῥεύματος, ἄλλας δὲ πολλὰς – – – ἐφέλκεσθαι τῇ – – – σχεδὸν ὑποφερομένης. εἶναι δὲ τῆς θαλάσσης πῆ μὲν πολὺ βάθος κατὰ νότον μάλιστα, πῆ δ´ ἀραιὰ τενάγη καὶ βραχέα, πολλαχῆ δὲ καὶ ὑπερχεῖσθαι καὶ ἀπολείπειν αὖθις οὐ μεγάλας ἐκβολὰς λαμβάνουσαν, καὶ τῆς χρόας τὸ μὲν ἄκρατον καὶ πελάγιον, τὸ δ´ οὐ καθαρὸν ἀλλὰ συγκεχυμένον καὶ λιμνῶδες. τῶν δὲ ῥοθίων τὰς νήσους ἅμα περιγινομένας ἐπανάγειν· οὐ μὴν εἰς ταὐτὸ τῇ ἀρχῇ συνάπτειν τὸ πέρας οὐδὲ ποιεῖν κύκλον, ἀλλ´ ἡσυχῆ παραλλάσσειν τὰς ἐπιβολὰς ἕλικα ποιούσας μίαν ἐν τῷ περιστρέφεσθαι. τούτων δὲ πρὸς τὸ μέσον μάλιστα τοῦ περιέχοντος καὶ μέγιστον ἐγκεκλίσθαι τὴν θάλασσαν ὀλίγῳ τῶν ὀκτὼ μερῶν τοῦ παντὸς ἔλαττον, ὡς αὐτῷ κατεφαίνετο· δύο δ´ αὐτὴν ἔχειν ἀναστομώσεις πυρὸς ἐμβάλλοντας ἐναντίους ποταμοὺς δεχομένας, ὥστ´ ἐπὶ πλεῖστον ἀνακοπτομένην κοχλάζειν καὶ ἀπολευκαίνεσθαι τὴν γλαυκότητα. ταῦτα μὲν οὖν ὁρᾶν τερπόμενος τῇ θέᾳ· κάτω δ´ ἀπιδόντι φαίνεσθαι χάσμα μέγα στρογγύλον οἷον ἐκτετμημένης σφαίρας, φοβερὸν δὲ δεινῶς καὶ βαθύ, πολλοῦ σκότους πλῆρες οὐχ ἡσυχάζοντος ἀλλ´ ἐκταραττομένου καὶ ἀνακλύζοντος πολλάκις· ὅθεν ἀκούεσθαι μυρίας μὲν ὠρυγὰς καὶ στεναγμοὺς ζῴων μυρίων δὲ κλαυθμὸν βρεφῶν καὶ μεμιγμένους ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν ὀδυρμούς, ψόφους δὲ παντοδαποὺς καὶ θορύβους ἐκ βάθους πόρρωθεν (591) ἀμυδροὺς ἀναπεμπομένους οἷς οὐ μετρίως αὐτὸς ἐκπεπλῆχθαι. χρόνου δὲ προϊόντος εἰπεῖν τινα πρὸς αὐτὸν οὐχ ὁρώμενον ’ὦ Τίμαρχε, τί ποθεῖς πυθέσθαι;‘ φράσαι δ´ αὐτὸν ὅτι ’πάντα, τί γὰρ οὐ θαυμάσιον;‘ ’ἀλλ´ ἡμῖν‘ φάναι ’τῶν ἄνω μέτεστι μικρόν· ἄλλων γὰρ θεῶν ἐκεῖνα· τὴν δὲ Φερσεφόνης μοῖραν, ἣν ἡμεῖς διέπομεν, τῶν τεττάρων μίαν οὖσαν ὡς ἡ Στὺξ ὁρίζει, βουλομένῳ σοι σκοπεῖν πάρεστιν.‘ ἐρομένου δ´ αὐτοῦ τίς ἡ Στύξ ἐστιν, ’ὁδὸς εἰς Ἅιδου‘ φάναι ’καὶ πρόεισιν ἐξ ἐναντίας, αὐτῇ σχίζουσα τῇ κορυφῇ τὸ φῶς· ἀνατείνουσα δ´, ὡς ὁρᾷς, ἐκ τοῦ Ἅιδου κάτωθεν ᾗ ψαύει περιφερομένη (καὶ) τοῦ φωτός, ἀφορίζει τὴν ἐσχάτην μερίδα τῶν ὅλων. τέσσαρες δ´ εἰσὶν ἀρχαὶ πάντων, ζωῆς μὲν ἡ πρώτη κινήσεως δ´ ἡ δευτέρα γενέσεως δ´ ἡ τρίτη φθορᾶς δ´ ἡ τελευταία· συνδεῖ δὲ τῇ μὲν δευτέρᾳ τὴν πρώτην Μονὰς κατὰ τὸ ἀόρατον, τὴν δὲ δευτέραν τῇ τρίτῃ Νοῦς καθ´ ἥλιον, τὴν δὲ τρίτην πρὸς τετάρτην Φύσις κατὰ σελήνην. τῶν δὲ συνδέσμων ἑκάστου Μοῖρα κλειδοῦχος Ἀνάγκης θυγάτηρ κάθηται, τοῦ μὲν πρώτου Ἄτροπος τοῦ δὲ δευτέρου Κλωθώ, τοῦ δὲ πρὸς σελήνην Λάχεσις, περὶ ἣν ἡ καμπὴ τῆς γενέσεως. αἱ μὲν γὰρ ἄλλαι νῆσοι θεοὺς ἔχουσι· σελήνη δὲ δαιμόνων ἐπιχθονίων οὖσα φεύγει τὴν Στύγα μικρὸν ὑπερφέρουσα, λαμβάνεται δ´ ἅπαξ ἐν μέτροις δευτέροις ἑκατὸν ἑβδομήκοντα ἑπτά. καὶ τῆς Στυγὸς ἐπιφερομένης αἱ ψυχαὶ βοῶσι δειμαίνουσαι· πολλὰς γὰρ ὁ Ἅιδης ἀφαρπάζει περιολισθανούσας, ἄλλας δ´ ἀνακομίζεται κάτωθεν ἡ σελήνη προσνηχομένας, αἷς εἰς καιρὸν ἡ τῆς γενέσεως τελευτὴ συνέπεσε, πλὴν ὅσαι μιαραὶ καὶ ἀκάθαρτοι· ταύτας δ´ ἀστράπτουσα καὶ μυκωμένη φοβερὸν οὐκ ἐᾷ πελάζειν, ἀλλὰ θρηνοῦσαι τὸν ἑαυτῶν πότμον ἀποσφαλλόμεναι φέρονται κάτω πάλιν ἐπ´ ἄλλην γένεσιν, ὡς ὁρᾷς.‘ ’ἀλλ´ οὐδὲν ὁρῶ‘ τὸν Τίμαρχον εἰπεῖν’ ἢ πολλοὺς ἀστέρας περὶ τὸ χάσμα παλλομένους, ἑτέρους δὲ καταδυομένους εἰς αὐτό, τοὺς δ´ ᾄττοντας αὖ κάτωθεν.‘ ’αὐτοὺς ἄρα‘ φάναι ’τοὺς δαίμονας ὁρῶν ἀγνοεῖς. ἔχει γὰρ ὧδε· ψυχὴ πᾶσα νοῦ μετέσχεν, ἄλογος δὲ καὶ ἄνους οὐκ ἔστιν, ἀλλ´ ὅσον ἂν αὐτῆς σαρκὶ μιχθῇ καὶ πάθεσιν, ἀλλοιούμενον τρέπεται καθ´ ἡδονὰς καὶ ἀλγηδόνας εἰς τὸ ἄλογον. μίγνυται δ´ οὐ πᾶσα τὸν αὐτὸν τρόπον· ἀλλ´ αἱ μὲν ὅλαι κατέδυσαν εἰς σῶμα, καὶ δι´ ὅλων ἀναταραχθεῖσαι τὸ σύμπαν ὑπὸ παθῶν διαφέρονται κατὰ τὸν βίον· αἱ δὲ πῆ μὲν ἀνεκράθησαν, πῆ δ´ ἔλιπον ἔξω τὸ καθαρώτατον, οὐκ ἐπισπώμενον ἀλλ´ οἷον ἀκρόπλουν ἐπιψαῦον ἐκ κεφαλῆς τοῦ ἀνθρώπου καθάπερ ἐν βυθῷ δεδυκότος ἄρτημα κορυφαῖον, ὀρθουμένης περὶ αὐτὸ τῆς ψυχῆς ἀνέχον ὅσον ὑπακούει καὶ οὐ κρατεῖται τοῖς πάθεσιν. τὸ μὲν οὖν ὑποβρύχιον ἐν τῷ σώματι φερόμενον ψυχὴ λέγεται· τὸ δὲ φθορᾶς λειφθὲν οἱ πολλοὶ νοῦν καλοῦντες ἐντὸς εἶναι νομίζουσιν αὑτῶν, ὥσπερ ἐν τοῖς ἐσόπτροις τὰ φαινόμενα κατ´ ἀνταύγειαν· οἱ δ´ ὀρθῶς ὑπονοοῦντες, ὡς ἐκτὸς ὄντα δαίμονα προσαγορεύουσι. τοὺς μὲν οὖν ἀποσβέννυσθαι δοκοῦντας ἀστέρας, ὦ Τίμαρχε,‘ φάναι ’τὰς εἰς σῶμα καταδυομένας ὅλας ψυχὰς ὁρᾶν νόμιζε, τοὺς δ´ οἷον ἀναλάμποντας πάλιν καὶ ἀναφαινομένους κάτωθεν, ἀχλύν τινα καὶ ζόφον ὥσπερ πηλὸν ἀποσειομένους, τὰς ἐκ τῶν σωμάτων ἐπαναπλεούσας μετὰ τὸν θάνατον· οἱ δ´ ἄνω (δια)φερόμενοι δαίμονές εἰσι τῶν νοῦν ἔχειν λεγομένων ἀνθρώπων. πειράθητι δὲ κατιδεῖν ἑκάστου τὸν σύνδεσμον, ᾗ τῇ ψυχῇ συμπέφυκε.‘ ταῦτ´ ἀκούσας αὐτὸς ἀκριβέστερον προσέχειν καὶ θεᾶσθαι τῶν ἀστέρων ἀποσαλεύοντας τοὺς μὲν ἧττον τοὺς δὲ μᾶλλον, (592) ὥσπερ τοὺς τὰ δίκτυα διασημαίνοντας ἐν τῇ θαλάσσῃ φελλοὺς ὁρῶμεν ἐπιφερομένους· ἐνίους δὲ τοῖς κλωθομένοις ἀτράκτοις ὁμοίως ἕλικα τεταραγμένην καὶ ἀνώμαλον ἕλκοντας, οὐ δυναμένους καταστῆσαι τὴν κίνησιν ἐπ´ εὐθείας. λέγειν δὲ τὴν φωνὴν τοὺς μὲν εὐθεῖαν καὶ τεταγμένην κίνησιν ἔχοντας εὐηνίοις ψυχαῖς χρῆσθαι διὰ τροφὴν καὶ παίδευσιν ἀστείαν, οὐκ ἄγαν σκληρὸν καὶ ἄγριον παρεχομέναις τὸ ἄλογον· τοὺς δ´ ἄνω καὶ κάτω πολλάκις ἀνωμάλως καὶ τεταραγμένως ἐγκλίνοντας, οἷον ἐκ δεσμοῦ σπαραττομένους, δυσπειθέσι καὶ ἀναγώγοις δι´ ἀπαιδευσίαν ζυγομαχεῖν ἤθεσι, πῆ μὲν κρατοῦντας καὶ περιάγοντας ἐπὶ δεξιάν, πῆ δὲ καμπτομένους ὑπὸ τῶν παθῶν καὶ συνεφελκομένους τοῖς ἁμαρτήμασιν, εἶτα πάλιν ἀντιτείνοντας καὶ βιαζομένους. τὸν μὲν γὰρ σύνδεσμον οἷα χαλινὸν τῷ ἀλόγῳ τῆς ψυχῆς ἐμβεβλημένον, ὅταν ἀντισπάσῃ, τὴν λεγομένην μεταμέλειαν ἐπάγειν ταῖς ἁμαρτίαις καὶ τὴν ἐπὶ ταῖς ἡδοναῖς, ὅσαι παράνομοι καὶ ἀκρατεῖς, αἰσχύνην, ἀλγηδόνα καὶ πληγὴν οὖσαν ἔνδοθεν τῆς ψυχῆς ὑπὸ τοῦ κρατοῦντος καὶ ἄρχοντος ἐπιστομιζομένης, μέχρι ἂν οὕτω κολαζομένη πειθήνιος γένηται καὶ συνήθης ὥσπερ θρέμμα πρᾶον ἄνευ πληγῆς καὶ ἀλγηδόνος ὑπὸ συμβόλων ὀξέως καὶ σημείων αἰσθανομένη τοῦ δαίμονος. ’αὗται μὲν οὖν ὀψέ ποτε καὶ βραδέως ἄγονται καὶ καθίστανται πρὸς τὸ δέον. ἐκ δὲ τῶν εὐηνίων ἐκείνων καὶ κατηκόων εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ γενέσεως τοῦ οἰκείου δαίμονος καὶ τὸ μαντικόν ἐστι καὶ θεοκλυτούμενον γένος· ὧν τὴν Ἑρμοδώρου τοῦ Κλαζομενίου ψυχὴν ἀκήκοας δήπουθεν, ὡς ἀπολείπουσα παντάπασι τὸ σῶμα νύκτωρ καὶ μεθ´ ἡμέραν ἐπλανᾶτο πολὺν τόπον, εἶτ´ αὖθις ἐπανῄει πολλοῖς τῶν μακρὰν λεγομένων καὶ πραττομένων ἐντυχοῦσα καὶ παραγενομένη, μέχρι οὗ τὸ σῶμα τῆς γυναικὸς προδούσης λαβόντες οἱ ἐχθροὶ ψυχῆς ἔρημον οἴκοι κατέπρησαν. τοῦτο μὲν οὖν οὐκ ἀληθές ἐστιν· οὐ γὰρ ἐξέβαινεν ἡ ψυχὴ τοῦ σώματος, ὑπείκουσα δ´ ἀεὶ καὶ χαλῶσα τῷ δαίμονι τὸν σύνδεσμον ἐδίδου περιδρομὴν καὶ περιφοίτησιν, ὥστε πολλὰ συνορῶντα καὶ κατακούοντα τῶν ἐκτὸς εἰσαγγέλλειν. οἱ δ´ ἀφανίσαντες τὸ σῶμα κοιμωμένου μέχρι νῦν δίκην ἐν τῷ ταρτάρῳ τίνουσι. ταῦτα δ´ εἴσῃ‘ φάναι ’σαφέστερον, ὦ νεανία, τρίτῳ μηνί· νῦν δ´ ἄπιθι.‘ παυσαμένης δὲ τῆς φωνῆς βούλεσθαι μὲν αὑτὸν ὁ Τίμαρχος ἔφη θεάσασθαι περιστρέφοντα, τίς ὁ φθεγγόμενος εἴη· σφόδρα δὲ τὴν κεφαλὴν αὖθις ἀλγήσας, καθάπερ βίᾳ συμπιεσθεῖσαν, οὐδὲν ἔτι γιγνώσκειν οὐδ´ αἰσθάνεσθαι τῶν καθ´ ἑαυτόν, εἶτα μέντοι μετὰ μικρὸν ἀνενεγκὼν ὁρᾶν αὑτὸν ἐν Τροφωνίου παρὰ τὴν εἴσοδον, οὗπερ ἐξ ἀρχῆς κατεκλίθη, κείμενον. |
ΜΤΦΡ.: … όσα ακούσαμε από τον Τίμαρχο τον Χαιρωνέα να περιγράφει λεπτομερώς για αυτά, δεν ξέρω αν είναι περισσότερο όμοια με μύθους παρά με λόγους για αυτό είναι προτιμότερο να τα αποσιωπήσουμε. «Καθόλου», είπε ο Θεόκριτος, « αλλά να μας μιλήσεις αναλυτικά για αυτά. Γιατί, ακόμη και αν δε γίνεται με ακρίβεια, υπάρχουν σημεία όπου ο μύθος αγγίζει την αλήθεια. Πρώτα όμως πες μας ποιος ήταν αυτός ο Τίμαρχος, γιατί δεν τον γνώριζα τον άνθρωπο». «Λογικό», είπε ο Σιμμίας, «Θεόκριτε, γιατί σε νεαρή ηλικία έδωσε τέλος στη ζωή του και ζήτησε από τον Σωκράτη να ταφεί κοντά στον Λαμπροκλή, τον γιο του Σωκράτη ο οποίος είχε πεθάνει λίγες ημέρες πριν από αυτόν και ήταν φίλος και συνομίληκός του. αυτός λοιπόν ποθώντας να μάθει τη δύναμη που είχε το δαιμόνιο του Σωκράτους, επειδή ήταν ένας ευγενής νέος που μόλις είχε αρχίσει να γεύεται τη φιλοσοφία, αφού το ανακοίνωσε μόνο σε εμένα και στον Κέβητα, κατήλθε στον Τροφώνιο κάνοντας πρώτα όλες τις πρέπουσες τελετές. Αφού έμεινε εκεί κάτω δύο νύχτες και μία ημέρα και οι περισσότεροι τον είχαν ήδη ξεγράψει και οι οικείοι του οδύρονταν, το πρωί βγήκε επάνω πολύ χαρούμενος. Αφού προσκύνησε τον θεό, αμέσως μόλις ξέφυγε από τον όχλο, μας διηγούταν ότι είδε και άκουσε πολλά και θαυμάσια. Είπε πως, αφού κατέβηκε στο μαντείο, πρώτα συνάντησε πυκνό σκοτάδι, και ύστερα, αφού προσευχήθηκε, έμεινε ξαπλωμένος για πολύ ώρα χωρίς να μπορεί να καταλάβει πολύ καθαρά αν ήταν ξύπνιος ή αν έβλεπε όνειρο. Όμως του φάνηκε ότι μαζί με το άκουσμα ενός βρόντου χτύπησε το κεφάλι του και άνοιξαν οι ραφές του και βγήκε η ψυχή του. και καθώς αναχωρούσε, αναμειγνυόταν χαρούμενη με τον διαυγή και καθαρό αέρα και τότε για πρώτη φορά του φάνηκε πως ανέπνευσε, καθώς ήταν για πολύ καιρό μέχρι τότε πιεσμένη, και πως έγινε μεγαλύτερη από πριν, σαν πανί πλοίου που ξετυλίγεται, έπειτα ότι άκουσε αμυδρά ένα σφύριγμα να περιφέρεται πάνω από το κεφάλι του βγάζοντας έναν ήχο ευχάριστο. Κοίταξε προς τα πάνω αλλά δεν έβλεπε πουθενά τη γη , αλλά νησιά που έλαμπαν με απαλή λάμψη αλλάζοντας μεταξύ τους με τη σειρά χρώματα σαν βαφή και ταυτόχρονα το φως άλλαζε ανάλογα με τις μεταβολές. Και ότι του φάνηκαν αναρίθμητα στο πλήθος και υπερφυσικά στο μέγεθος και δεν ήταν ίσα μεταξύ τους αλλά ήταν όλα το ίδιο κυκλικά. Και ότι του έδωσαν την εντύπωση πως κινούνταν στον αιθέρα κυκλικά και σιγοσφύριζαν μελωδικά. Και ότι βρισκόταν σε συμφωνία η ομαλότητα της κίνησης με την πραότητα της φωνής εκείνης που αρμονικά έβγαζαν όλα μαζί. Και ότι ανάμεσα σε αυτά ήταν απλωμένη μία θάλασσα ή λίμνη που διά της γλαυκότητάς της αντανακλούσε τα χρώματα αναμεμειγμένα. Και ότι λίγα από τα νησιά έπλεαν κατά το πέρασμα και μεταφέρονταν πέρα από το ρεύμα , ενώ άλλα πολλά […] παρασύρονταν από τη […] που σχεδόν παρασυρόταν. Και ότι το βάθος της θάλασσας ήταν πολύ μεγάλο σε κάποια σημεία, ιδιαίτερα προς τον νότο, ενώ σε άλλα υπήρχαν αραιά και ρηχά έλη, και ότι πολλές φορές υπερχείλιζε και αποτραβιόταν αμέσως χωρίς να δημιουργεί μεγάλες εκβολές . Και το χρώμα της αλλού είναι καθαρό και πελαγίσιο και αλλού όχι καθαρό αλλά θολό και λιμνώδες. Και μόλις τα νησιά ξεπερνούσαν τα κύματα, αυτά τα έφερναν πάλι πίσω, όχι στο ίδιο σημείο με το αρχικό και χωρίς η ολοκλήρωση της κίνησης να διαγράφει κυκλική πορεία, αλλά με μια ελαφριά μετατόπιση ώστε η κάθε μία κατά την περιστροφή να δημιουργεί έλικα. Και ότι η θάλασσα που περιείχε αυτά κατά το μέσο κυρίως είχε και μεγαλύτερη κλίση, λίγο μικρότερη από οκτώ μέρη του όλου, όπως φαινόταν σε αυτόν. Και ότι αυτή είχε δύο στενώσεις που δέχονταν δύο ποταμούς φωτιάς που χύνονταν από αντίθετα σημεία, ώστε σε μεγάλο μέρος να αποκόπτεται και να κοχλάζει και η γλαυκότητά της να γίνεται λευκή. Αυτά λοιπόν έβλεπε και ευχαριστιόταν με τη θέα. Και ότι από κάτω είδε ένα χάσμα μεγάλο, στρογγυλό σαν κομμένη σφαίρα, πολύ φοβερό και βαθύ, γεμάτο βαθύ σκοτάδι που δεν ήταν ήσυχο αλλά ταρασσόταν και συχνά ξεχείλιζε. Και ότι από εκεί ακούγονταν αναρίθμητα μουγκρητά και στεναγμοί αναρίθμητων ζώων και κλάμα βρεφών και οδυρμοί ανδρών και γυναικών ανακατεμένοι και κρότοι κάθε είδους και αμυδροί θόρυβοι που ανέβαιναν από μακριά, από το βάθος, από τους οποίους αυτός πολύ ταράχθηκε. Και ότι, αφού πέρασε κάποιο χρονικό διάστημα, του είπε κάποιος που δεν έβλεπε : «Τίμαρχε, τι ποθείς να μάθεις;» και ότι αυτός απάντησε «Τα πάντα, γιατί τι υπάρχει που να μην είναι θαυμαστό;» και ότι απάντησε (η φωνή) «Αλλά εμείς ελάχιστα συμμετέχουμε στα του πάνω κόσμου. Όμως το μερίδιο της Φερσεφὀνης, το οποίο εμείς διαχειριζόμαστε, το οποίο είναι ένα από τα τέσσερα, όπως το οριοθετεί η Στύγα, αν το θέλεις μπορείς να το δεις». Και ότι, όταν αυτός ρώτησε ποια είναι η Στύγα, απάντησε « η οδός για τον Άδη και έρχεται από απέναντι και με την κορυφή της σχίζει το φως. Ανεβαίνει, καθώς βλέπεις, κάτω από τον Άδη και καθώς προχωρά ακουμπά το φως και ορίζει το έσχατο μερίδιο όλων. Τέσσερεις είναι οι αρχές όλων, η πρώτη της ζωής, η δεύτερη της κίνησης, η τρίτη της γένεσις και η τελευταία της φθοράς. Η Μονάδα συνδέει την πρώτη με τη δεύτερη στην περιοχή του αόρατου. Ο Νους τη δεύτερη με την τρίτη στην περιοχή του Ήλιου. Η Φύση την τρίτη με την τέταρτη στην περιοχή της σελήνης. Σε κάθε σύνδεσμο κλειδούχος κάθεται μία Μοίρα, κόρη της Ανάγκης. Στον πρώτο η Άτροπος, στον δεύτερο η Κλωθώ και σε αυτόν κοντά στη σελήνη η Λάχεση, γύρω από την οποία βρίσκεται η καμπή της γενέσεως. Τα άλλα νησιά τα κατέχουν οι θεοί, η σελήνη όμως που είναι των επιχθονίων δαιμόνων, αποφεύγει τη Στύγα περνώντας ελάχιστα από πάνω της και συλλαμβάνεται μόνο μία φορά σε 177 δεύτερα μέτρα. Και όταν η Στύγα πλησιάζει, οι ψυχές φωνάζουν με φόβο, γιατί ο Άδης αρπάζει αυτές που γλιστρούν , ενώ άλλες που κολυμπούν τις τραβά από κάτω η σελήνη, αυτές στις οποίες το τέλος της γένεσης συνέπεσε με την κατάλληλη στιγμή, εκτός από όσες είναι μιαρές και ακάθαρτες. Αυτές αστράφτοντας και μουγκρίζοντας φοβερά δεν τις αφήνει να πλησιάσουν αλλά θρηνώντας τη μοίρα τους και απογοητευμένες οδηγούνται πάλι προς τα κάτω για την επόμενη γένεση, όπως βλέπεις». Και ότι ο Τίμαρχος είπε «δεν βλέπω τίποτα, εκτός από πολλά αστέρια να πάλλονται γύρω από το χάσμα και άλλα πάλι να καταδύονται σε αυτό και άλλα να ξεπηδούν από κάτω». Και ότι είπε (η φωνή) «Αυτοί που βλέπεις χωρίς να το καταλαβαίνεις είναι οι δαίμονες. Έτσι έχουν τα πράγματα. Κάθε ψυχή μετέχει του νου, γιατί δεν είναι ούτε άλογη ούτε χωρίς νου, αλλά το μέρος της που αναμειγνύεται με τη σάρκα και τα πάθη αλλοιώνεται και τρέπεται με τις ηδονές και τις λύπες στο άλογο. Δεν αναμειγνύεται κάθε μία με τον ίδιο τρόπο. Άλλες στο σύνολό τους καταδύονται στο σώμα και αναταράσσονται ολόκληρες συνολικά και από τα πάθη κυριαρχούνται σε όλη τους τη ζωή. Άλλες αναμειγνύονται κατά ένα μέρος και ένα άλλο αφήνουν έξω, το καθαρότατο, που δεν παρασύρεται αλλά σαν να πλέει στην επιφάνεια αγγίζει το κεφάλι του ανθρώπου, όπως κάτι που από την κορυφή κρεμιέται στον βυθό και το συγκρατεί η ψυχή που ορθώνεται γύρω του, όσο το υπακούει και δεν υποτάσσεται στα πάθη. Αυτό λοιπόν που κινείται υποβρύχια μέσα στο σώμα λέγεται ψυχή. Αυτό που μένει έξω από τη φθορά οι πολλοί το ονομάζουν νου και νομίζουν ότι βρίσκεται μέσα τους, όπως αυτά που φαίνονται να καθρεφτίζονται στα κάτοπτρα (νομίζουν ότι βρίσκονται μέσα τους). Αυτοί που καταλαβαίνουν ορθά, το ονομάζουν δαίμονα που βρίσκεται εκτός τους. Και ότι είπε, «Τίμαρχε, στα αστέρια που φαίνονται να σβήνουν θεώρησε ότι βλέπεις όλες τις ψυχές που έχουν καταδυθεί στο σώμα , ενώ σε αυτά που φαίνονται να λάμπουν ξανά και να αναφύονται από κάτω, αναταράσσοντας την ομίχλη και το σκοτάδι σαν λάσπη, τις ψυχές που βγαίνοντας από τα σώματα συνεχίζουν την πλεύση τους μετά θάνατον. Οι δαίμονες που φέρονται προς τα πάνω είναι τον ανθρώπων που λέγονται ότι έχουν νου. Προσπάθησε να δεις τον σύνδεσμο του καθενός, ο οποίος ενώνεται με την ψυχή». Όταν τα άκουσε αυτά παρακολουθούσε με μεγαλύτερη προσοχή και έβλεπε άλλα αστέρια να σαλεύουν λιγότερο και άλλα περισσότερο, όπως βλέπουμε να κινούνται οι φελλοί που σημαδεύουν τα δίχτυα στη θάλασσα. Κάποιοι όμοιοι με αδράχτια που στριφογυρίζουν διαγράφουν μία έλικα ταραγμένη και ανώμαλη και δεν μπορούν να κρατήσουν την κίνησή τους σε ευθεία γραμμή. Και ότι είπε η φωνή πως αυτοί που έχουν κίνηση ευθεία και συντεταγμένη, χρησιμοποιούν ψυχές ευάγωγες χάρη στην ανατροφή και την εκλεπτυσμένη παιδεία τους που το άλογο μέρος τους δεν είναι πολύ σκληρό και άγριο . αυτοί που πολλές φορές παρεκκλίνουν πάνω –κάτω ανώμαλα και ταραγμένα, σαν να προσπαθούν να σπάσουν τα δεσμά τους, πάλευαν με ατίθασους και ανάγωγους εξαιτίας της απαιδευσίας χαρακτήρες και αλλού επικρατούν και οδηγούν στα δεξιά, αλλού πάλι νικώνται από τα πάθη και παρασύρονται από τα σφάλματα και ύστερα πάλι αντιστέκονται και επιβάλλονται με τη βία. Γιατί τον σύνδεσμο της ψυχής, που είναι δεμένος όπως το χαλινάρι με το άλογο, όταν τον τραβήξει κάποιος προς τα πίσω, τη λεγόμενη μεταμέλεια προκαλεί για τα λάθη και για τις ηδονές, όσες είναι παράνομες και ακρατείς, την ντροπή, σαν να δέχεται η ψυχή έναν πόνο και ένα χτύπημα εσωτερικό από το κρατόν και άρχον μέρος, μέχρι που με αυτή την τιμωρία να γίνει πειθήνια και να συνηθίσει, σαν ήρεμο οικόσιτο ζώο, χωρίς χτυπήματα και πόνους αλλά με σύμβολα και σημάδια να νιώθει έντονα τον δαίμονα. Αυτές λοιπόν κάποτε, αργά –αργά, οδηγούνται και φτάνουν στο πρέπον. Από εκείνες όμως τις ευάγωγες και υπάκουες στον οικείο δαίμονα εξ αρχής και από τη γέννησή τους ψυχές, προέρχεται το θεόπνευστο μαντικό γένος. Μία από αυτές έχεις ακούσει σίγουρα ότι είναι η ψυχή του Ερμόδωρου του Κλαζομένιου, που εγκατέλειπε τελείως το σώμα τη νύχτα και την ημέρα ταξίδευε σε πολλά μέρη και ύστερα πάλι επανερχόταν, αφού είχε συναντήσει και είχε παρευρεθεί σε πολλά από αυτά που λέγονταν και πράττονταν μακριά, μέχρι που η γυναίκα του πρόδωσε το σώμα του και οι εχθροί το πήραν έρημο ψυχής και το έκαψαν μέσα στο σπίτι του. αυτό ίσως δεν είναι αληθινό, γιατί δεν έβγαινε η ψυχή από το σώμα αλλά υπακούοντας πάντα στον δαίμονα και χαλαρώνοντας τα δεσμά μπορούσε να τριγυρίζει και να περιπλανάται αυτός και βλέποντας και ακούγοντας πολλά τον εκτός να της τα ανακοινώνει. Αυτοί πάλι που αφάνισαν το σώμα του ενώ κοιμόταν, μέχρι τώρα τιμωρούνται στον τάρταρο. Και ότι είπε ( η φωνή) «Αυτά θα γίνουν, νεαρέ, σαφέστερα τον τρίτο μήνα. Τώρα φύγε». Και όταν σταμάτησε η φωνή, είπε ο Τίμαρχος ότι γύρισε να δει ποιος ήταν αυτός που μιλούσε. Ευθύς ένιωσε μεγάλο πόνο στο κεφάλι, σαν να πιεζόταν βίαια, και ότι δεν γνώριζε ούτε αισθανόταν πλέον τα σχετικά με αυτόν, μετά από λίγο όμως συνήλθε και είδε ότι ήταν ξαπλωμένος στην είσοδο του Τροφώνιου εκεί όπου στην αρχή είχε ξαπλώσει.
|
- Πολυδεύκης, Α 37
| Τροφωνίου Τροφώνια | μτφρ.: τα Τροφώνια, οι γιορτές του Τροφωνίου |
- Σουίδας
| Λύσιοι τελεταί· αἱ Διονύσου. Βοιωτοὶ γὰρ ἁλόντες ὑπὸ Θρᾳκῶν καὶ φυγόντες εἰς Τροφώνιον, κατ’ ὄναρ ἐκείνου Διόνυσον ἔσεσθαι βοηθὸν φήσαντος, μεθύουσιν ἐπιθέμενοι τοῖς Θρᾳξίν, ἔλυσαν ἀλλήλους, καὶ Διονύσου ἱερὸν ἱδρύσαντο, ὡς Ἡρακλείδης ὁ Ποντικός. Ἀριστοφάνης δὲ διὰ τὸ λυτρώσασθαι Θηβαίους παρὰ Ναξίων ἄμπελον. | Μτφρ.: Λύσιες τελετές· οι τελετές του Διονύσου. Ονομάζονται έτσι γιατί, όταν οι Βοιωτοί κατελήφθησαν από τους Θράκες και κατέφυγαν στον Τροφώνιο, σε όνειρο τους είπε ότι ο Διόνυσος θα τους βοηθήσει. Έτσι μέθυσαν, επιτέθηκαν και ελευθερώθηκαν (λύθηκαν από την κατοχή) και ίδρυσαν ιερό του Διονύσου, όπως υποστηρίζει ο Ηρακλείδης από τον Πόντο. Και ο Αριστοφάνης λέει ότι λυτρώθηκαν οι Θηβαίοι με τη βοήθεια του αμπελιού των Ναξίων (το κρασί). |
- Σουΐδας
| Μελιτοῦττα · μάζα μέλιτι δεδευμένη, ἣν ἔφερον, ὡς ἐδόκουν, τοῖς ὄφεσι τοῖς ἐν Τροφωνίου μαντευομένοις. ἐν Λεβάδειᾳ ἐστίν. ἡ μελιτοῦττα ἐδίδοτο τοῖς νεκροῖς, ὡς εἰς τὸν Κέρβερον· καὶ ὀβολὸς μισθὸς τῷ πορθμεῖ, καὶ στέφανος, ὡς τὸν βίον διηγωνισμένος. | Μτφρ.: Μελιτούττα: πίτα ζυμωμένη με μέλι, την οποία πρόσφεραν, όπως πίστευαν, στα φίδια που έδιναν μαντεία στον Τροφώνιο. Αυτό βρίσκεται στη Λιβαδειά. Η μελιτούττα προσφερόταν και στους νεκρούς για να τη δώσουν στον Κέρβερο. Τους έδιναν και έναν οβολό για την αμοιβή του πορθμέα, και ένα στεφάνι για τον αγώνα που έδωσαν στη ζωή τους. |
- Σουΐδας
| Τροφωνίου κατὰ γῆς παίγνια. ἐν Λεβαδείᾳ χρηστήριον ἦν, ὂ Καταβάσιον ἐκάλουν · στόμιον γάρ τι ἦν, ὡς τὰ ἄκρα δύνασθαι μόνα τῶν ποδῶν χωρῆσαι. Οἱ οὖν τῷ θεῷ χρώμενοι, ἀγνεύσαντες πρῶτον ὡρισμέναις ἠμέραις καὶ κοσμήσαντες ἑαυτοὺς ἱερῷ τινι σχήματι, ἀμφοτέροις ταῖς χερσὶ μελιτούττας λαβόντες, ὃ ἔστι μάζας μέλιτι δεδευμένας, οὕτως ἐκάθιζον ἐπὶ τὸ στόμιον καὶ αἰφνίδιον ἡρπάζοντο καὶ κατέδυον ὲπί τῆς γῆς. τὰς δὲ μάζας ἐλάμβανον ὑπὲρ τοῦ μὴ ἀδικηθῆναι ὑπὸ τῶν συναντώντων ὄφεων, ἀλλ’ ἐκείνας αὐτοῖς παραβάλλειν τροφήν. πολλοὶ μὲν οὖν καὶ αὐθημερὸν ἀνεπέμφθησαν δι’ οὗ στομίου κατῆλθον, πολλοὶ δὲ καὶ πλειόνων ἡμερῶν. ἦν δὲ ὁ Τροφώνιος Ἐρσίνου παῖς τἀδελφοῦ Ἀγαμήδους · ὅπου ὄφις ἦν ὁ μαντευόμενος, ᾧ οἱ κατοικοῦντες πλακοῦντας ἔβαλλον. | Μτφρ.: τα παιχνίδια του Τροφωνίου κάτω από τη γη. Στη Λιβαδειά βρισκόταν μαντείο, το οποίο αποκαλούσαν Καταβάσιο, γιατί ήταν ένα στόμιο που μόνο τα άκρα των ποδιών μπορούσαν να χωρέσουν. Αυτοί λοιπόν που ζητούσαν χρησμό από τον θεό, αφού εξαγνίζονταν για κάποιες καθορισμένες ημέρες και φορούσαν κάποια ιερή ενδυμασία και έπαιρναν και στα δυό τους χέρια μελιτούττες, που είναι πίτες ζυμωμένες με μέλι, κάθονταν με αυτόν τον τρόπο στο στόμιο και αστραπιαία μεταφέρονταν και καταδύονταν στη γη. Τις πίτες τις έπαιρναν για να μην τους βλάψουν τα φίδια που συναντούσαν αλλά εκείνες τους έριχναν ως τροφή. Πολλοί λοιπόν βγήκαν στην επιφάνεια την ίδια ημέρα από το ίδιο στόμιο από όπου είχαν κατέβει, πολλοί άλλοι μετά από περισσότερες ημέρες. Ο Τροφώνιος ήταν γιος του Ερσίνου και αδελφός του Αγαμήδη. Εκεί που ο όφις έδινε τη μαντεία, για αυτόν οι κάτοικοι έριχναν πίτες.
|
- Στράβων, Γεωγραφικά Θ’ 9
| τῶν δὲ ναῶν τὸν μὲν πτέρινον εἰς μύθους τακτέον, τὸν δὲ δεύτερον Τροφωνίου καὶ Ἀγαμήδους ἔργον φασί… | Μτφρ.: από τους ναούς (στους Δελφούς) τον πτέρινο πρέπει να τοποθετήσουμε στην περιοχή του μύθου, ενώ για τον δεύτερο λένε ότι είναι έργο του Τροφωνίου και του Αγαμήδους … |
- Σχόλια στον Ολυμπιόνικο Ζ’ του Πινδάρου, 153
| ἐν δὲ Λεβαδείᾳ τὰ καλούμενα Βασίλεια | Μτφρ.: Στη Λιβαδειά διεξάγονται τα ονομαζόμενα Βασίλεια |
Δ) Μάχες
- Όμηρος, Ιλιάδα, Β 494- 510
| Βοιωτῶν μὲν Πηνέλεως καὶ Λήϊτος ἦρχον 495 Ἀρκεσίλαός τε Προθοήνωρ τε Κλονίος τε, οἵ θ᾽ Ὑρίην ἐνέμοντο καὶ Αὐλίδα πετρήεσσαν Σχοῖνόν τε Σκῶλόν τε πολύκνημόν τ᾽ Ἐτεωνόν, Θέσπειαν Γραῖάν τε καὶ εὐρύχορον Μυκαλησσόν, οἵ τ᾽ ἀμφ᾽ Ἅρμ᾽ ἐνέμοντο καὶ Εἰλέσιον καὶ Ἐρυθράς, 500 οἵ τ᾽ Ἐλεῶν᾽ εἶχον ἠδ᾽ Ὕλην καὶ Πετεῶνα, Ὠκαλέην Μεδεῶνά τ᾽, ἐϋκτίμενον πτολίεθρον, Κώπας Εὔτρησίν τε πολυτρήρωνά τε Θίσβην, οἵ τε Κορώνειαν καὶ ποιήενθ᾽ Ἁλίαρτον, οἵ τε Πλάταιαν ἔχον ἠδ᾽ οἳ Γλισᾶντ᾽ ἐνέμοντο, 505 οἵ θ᾽ Ὑποθήβας εἶχον, ἐϋκτίμενον πτολίεθρον, Ὀγχηστόν θ᾽ ἱερόν, Ποσιδήϊον ἀγλαὸν ἄλσος, οἵ τε πολυστάφυλον Ἄρνην ἔχον, οἵ τε Μίδειαν Νῖσάν τε ζαθέην Ἀνθηδόνα τ᾽ ἐσχατόωσαν· τῶν μὲν πεντήκοντα νέες κίον, ἐν δὲ ἑκάστῃ 510 κοῦροι Βοιωτῶν ἑκατὸν καὶ εἴκοσι βαῖνον. |
Μτφρ.: Των Βοιωτών οι αρχηγοί Πηνέλαος, Κλονίος, 495Προθήνωρ, Αρκεσίλαος, και Λήτος διοικούσαν όσους απόστειλ᾽ η Αυλίς πετρώδης, η Υρία, η Σχοίνος, ο Ετεωνός πολύλοφος, η Σκώλος, η ευρύχωρη Μυκαλησσός, η Θέσπεια κι η Γραία, όσους το Άρμ᾽ απόστειλε, το Ειλέσιον, οι Ερύθρες, 500ακόμη όσους ο Ελεών, ο Πετεών, η Ύλη, ο Μεδεών πόλις καλή και όσους η Ωκαλέη, η Θίσβ᾽ η πολυτρύγονη, η Εύτρησις, οι Κώπες, κι ο χλοερός Αλίαρτος, κι όσους ακόμη εστείλαν ο Γλίσας, η Κορώνεια, η Πλάταια και η πόλις 505ωραία των Υποθηβών, και η πόλις η αγία η Όγχηστος, πολύδενδρο του Ποσειδώνος κτήμα, η θεία Νίσα, η Μίδεια, η Άρνη αμπελοφόρα, και όσοι από την έσχατην έφθασαν Ανθηδόνα. Πενήντα σαν τα πλοία των κι επάνω στο καθένα 510ήσαν εκατόν είκοσι των Βοιωτών αγόρια. |
- Πλούταρχος, Λύσανδρος, 28
| Παυσανίας μὲν κύκλῳ περιελθὼν διὰ τοῦ Κιθαιρῶνος ἐμβάλλειν ἔμελλεν εἰς τὴν Βοιωτίαν, Λύσανδρος δὲ διὰ Φωκέων ἀπήντα στρατιώτας ἔχων πολλούς· καὶ τὴν μὲν Ὀρχομενίων πόλιν ἑκουσίως προσχωρήσασαν ἔλαβε, τὴν δὲ Λεβάδειαν ἐπελθὼν διεπόρθησεν | Μτφρ.: Ο Παυσανίας κάνοντας τον κύκλο από τον Κιθαιρώνα σκόπευε να εισβάλει στη Βοιωτία, ενώ ο Λύσανδρος από τη χώρα των Φωκέων μετακινούταν έχοντας μαζί του πολλούς στρατιώτες· και την πόλη των Ορχομενίων κατέλαβε, καθώς αυτή προσχώρησε με τη θέλησή της στην εξουσία του, και στη Λιβαδειά επιτέθηκε και την κατέστρεψε εντελώς. |
Ε)καταγωγή
- Παυσανίας , Βοιωτικά, ΙΧ, 38,9
| Ἀσπληδόνα δὲ ἐκλιπεῖν τοὺς οἰκήτοράς φασιν ὕδατος σπανίζοντος ·γενέσθαι δὲ τὸ ὄνομα ἀπὸ Ἀσπληδόνος τῇ πόλει, τοῦτον δὲ εἶναι νύμφης τε Μιδείας καὶ Ποσειδῶνος. ὁμολογεῖ δὲ καὶ ἔπη σφίσιν ἃ ἐποίησε Χερσίας, ἀνὴρ Ὀρχομένιος:
ἐκ δὲ Ποσειδάωνος ἀγακλειτῆς τε Μιδείης Ἀσπληδὼν γένεθ’ υἱὸς ἀν’ εὐρύχορον πτολίεθρον. |
Μτφρ.: λένε ότι την πόλη Ασπληδόνα την εγκατέλειψαν οι κάτοικοί της γιατί είχε έλλειψη νερού· το όνομά της η πόλη το πήρε από τον Ασπληδόνα που ήταν γιος της νύμφης Μίδειας και του Ποσειδώνα. Με αυτή την παράδοση συμφωνούν και τα έπη που έγραψε ο Χερσίας ο Ορχομένιος: Από τον Ποσειδώνα και την ενδοξότατη Μίδεια γεννήθηκε ένας γιος, ο Ασπληδών, στην ευρύχωρη πόλη. |
Στ) Αναφορές της Λιβαδειάς στην αρχαία λογοτεχνία
- Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί δ’
| Μένανδρος δ᾽ ἐν Τροφωνίῳ: ξένου τὸ δεῖπνόν ἐστιν ὑποδοχή. | Μτφρ.: ο Μένανδρος στην κωμωδία του «Τροφώνιος» γράφει: το δείπνο είναι η υποδοχή του ξένου |
- Σουίδας
| Αἴρασθαι · προσενέγκασθαι. Κρατῖνος Τροφωνίῳ· οὐ σῖτον αἴρεσθ’ , οὐχ ὕπνου λαχεῖν μέρος | Μτφρ.: Η λέξη «αἴρασθαι» σημαίνει «να προσφέρω». Την λέξη χρησιμοποιεί ο Κρατίνος στο έργο «Τροφώνιος»: ‘δεν πρόσφερες σιτηρά, δεν υπάρχει για εσένα μέρος να κοιμηθείς’ |
- Σουΐδας
| Κηφισόδωρος, Ἀθηναῖος, τραγικὸς τῆς ἀρχαίας τραγῳδίας. ἔστιν αὐτοῦ τῶν δραμάτων Ἀντιλαΐς, Ἀμαζόνες, Τροφώνιος, Ὗς . | Μτφρ.: Κηφισόδωρος, Αθηναίος, τραγικός της αρχαίας τραγωδίας. Κάποια από τα έργα του είναι: Αντιλαΐς, Αμαζόνες, Τροφώνιος, Υς. |
Ζ) Παροιμίες
- Σουΐδας : Εἰς Τροφωνίου μεμάντευται
| Εἰς Τροφωνίου μεμάντευται · ἐπὶ τῶν σκυθρωπῶν καὶ ἀγελάστων ἡ παροιμία τάττεται. Οἱ γὰρ καταβαίνοντες εἰς Τροφώνιον λέγονται τὸν ἑξῆς χρόνον ἀγέλαστοι εἶναι. Τὸν δὲ Τροφώνιόν φασιν ἔχοντα τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀδελφοῦ Ἀγαμήδους καὶ διωκόμενον ὑπὸ Αὐγαίου, εὐξάμενον εἰς χάσμα ἐμπεσεῖν, οὗ δὴ καὶ τὸ μαντεῖόν ἐστιν. | Μτφρ.: στου Τροφωνίου έχει πάρει μαντεία: παροιμία που αναφέρεται στους σκυθρωπούς και αγέλαστους, γιατί λέγεται ότι αυτοί που κατεβαίνουν στον Τροφώνιο είναι αγέλαστοι τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους. Λένε ότι ο Τροφώνιος κρατώντας το κεφάλι του αδελφού του, του Αγαμήδη, και διωκόμενος από τον Αυγαίο, προσευχήθηκε και έπεσε μέσα σε ένα χάσμα, όπου και βρίσκεται το μαντείο. |
Ρωμαϊκοί χρόνοι
Α)Μάχες
- Πλούταρχος, βίοι παράλληλοι : Σύλλας 16, 8
| … ἀπὸ τοῦ στρατοπέδου διεσπείρετο, καὶ τήν τε τῶν Πανοπέων πόλιν ἐκκόψαι λέγονται, καὶ τὴν τῶν Λεβαδέων διαρπάσαι καὶ συλῆσαι τὸ μαντεῖον, οὐδενὸς στρατηγοῦ πρόσταγμα δόντος | μτφρ.: …από το στρατόπεδο διασκορπιζόταν (το εχθρικό στράτευμα) και λέγεται ότι και την πόλη των Πανοπέων κατέστρεψαν και την πόλη των Λεβαδέων λεηλάτησαν και σύλησαν το μαντείο, χωρίς να δώσει το πρόσταγμα κανένας στρατηγός (Η λεηλασία της Λιβαδειάς και του Τροφωνίου από τα στρατεύματα του Μιθριδάτη – στρατηγός τους ο Αρχέλαος, 86 π. Χ) |
Β) Θρησκεία – εορτές
- Λουκιανός, Νεκρικοί Διάλογοι (Μένιππου, Αμφιλόχου και Τροφωνίου)
| ΜΕΝ. Σφὼ μέντοι, ὦ Τροφώνιε καὶ Ἀμφίλοχε, νεκροὶ ὄντες οὐκ οἶδ’ ὅπως ναῶν κατηξιώθητε καὶ μάντεις δοκεῖτε, καὶ οἱ μάταιοι τῶν ἀνθρώπων θεοὺς ὑμᾶς ὑπειλήφασιν εἶναι. ΑΜΦ. Τὶ οὖν ἡμεῖς αἴτιοι, εἰ ὑπ’ ἀνοίας ἐκεῖνοι τοιαῦτα περὶ νεκρῶν δοξάζουσιν; ΜΕΝ. Ἀλλ’ οὐκ ἂν ἐδόξαζον, εἰ μὴ ζῶντες καὶ ὑμεῖς τοιᾶυτα ἐτερατεύεσθε ὡς τὰ μέλλοντα προειδότες καὶ προειπεῖν δυνάμενοι τοῖς ἐρομένοις. ΤΡΟΦ. Ὦ Μένιππε, Ἀμφίλοχος μὲν οὗτος ἂν εἰδείη ὅ,τι αύτῷ ἀποκριτέον ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐγὼ δὲ ἥρως εἰμὶ καὶ μαντεύομαι, ἥν τις κατέλθῃ παρ’ ἐμέ. Σὺ δ’ ἔοικας οὐκ ἐπιδεδημηκέναι Λεβαδείᾳ τὸ παράπαν · οὐ γὰρ ἠπίστεις συ τούτοις. Μεν. Τὶ φής; Εἰ μὴ ἐς Λεβάδειαν γὰρ παρέλθω καὶ ἐσταλμένος ταῖς ὀθόναις γελοίως μᾶζαν ἐν ταῖς χεροῖν ἔχων ἐσερπύσω διὰ τοῦ στομίου ταπεινοῦ ὄντος ἐς τὸ σπήλαιον, οὐκ ἂν ἠδυνάμην εἰδέναι, ὅτι νεκρὸς εἶ ὥσπερ ἡμεῖς μόνῃ τῇ γοητείᾳ διαφέρων; ἀλλὰ πρὸς τῆς μαντικῆς, τὶ δαὶ ὁ ἤρως ἐστίν;ἀγνοῶ γάρ. ΤΡΟΦ. Ἐξ ἀνθρώπου καὶ θεοῦ σύνθετον. ΜΕΝ. Ὃ μήτε ἄνθρωπός ἐστιν, ὡς φής, μήτε θεός, καὶ συναμφότερόν ἔστι; νῦν οὖν ποῦ σου τὸ θεὸν ἐκεῖνο ἡμίτομον ἀπελήλυθε; ΤΡΟΦ. Χρᾷ, ὦ Μένιππε, ἐν Βοιωτίᾳ. ΜΕΝ. Οὐκ οἶδα, ὦ Τροφώνιε, ὅ,τι καὶ λέγεις · μέντοι ὅλος εἶ νεκρὸς ἀκριβῶς ὁρῶ. | ΜΕΝ. Για εσάς, Τροφώνιε και Αμφίλοχε, ενώ είστε νεκροί, δε γνωρίζω πώς σας έχτισαν ναούς και θεωρείστε μάντεις και σας νομίζουν θεούς οι ανόητοι άνθρωποι. ΑΜΦ. Τι φταίμε λοιπόν εμείς, αν εκείνοι εξαιτίας της ανοησίας τους έχουν τέτοιες ιδέες για τους νεκρούς; ΜΕΝ. Αλλά δεν θα τις είχαν, αν εσείς, όταν ζούσατε, δεν κάνατε απάτες για να τους πείσετε ότι προβλέπετε τα μελλοντικά και ότι μπορείτε να τα φανερώσετε σε αυτούς που σας ρωτούν. ΤΡΟΦ. Ο Αμφίλοχος από εδώ, Μένιππε, ας σου απαντήσει σε αυτά, αλλά εγώ είμαι ήρωας και δίνω χρησμούς σε αυτούς που κατεβαίνουν στο σπήλαιό μου. Φαίνεται ότι δεν πήγες ποτέ στη Λιβαδειά, διαφορετικά δε θα δυσπιστούσες για αυτά που λέω. ΜΕΝ. Τι λες; Αν δε πήγα στη Λιβαδειά τυλιγμένος σε υφάσματα γελοιωδώς και κρατώντας στα χέρια γλυκά και δεν σύρθηκα από το στόμιο που είναι χαμηλό στο σπήλαιο, δεν θα ήταν δυνατό να γνωρίζω ότι είσαι νεκρός όπως και εμείς και ότι μόνο στην αγυρτεία διαφέρουμε; Αλλά στο όνομα της μαντικής σου, πες μου τι είναι ο ήρωας; ΤΡΟΦ. Κάτι σύνθετο από άνθρωπο και θεό. ΜΕΝ. Το οποίο, όπως λες, δεν είναι ούτε άνθρωπος ούτε θεός αλλά είναι ταυτόχρονα και τα δύο; Και τι απέγινε τώρα το θεϊκό μισό σου; ΤΡΟΦ. Βρίσκεται στη Βοιωτία, Μένιππε, και δίνει χρησμούς. ΜΕΝ. Αυτό που λες, Τροφώνιε, δεν το ξέρω, αλλά αυτό που βλέπω καθαρά είναι ότι είσαι εντελώς νεκρός. |
- Παυσανίας , Βοιωτικά, ΙΧ, 39, 5-14/ ΙΧ, 40,1
| κατὰ δὲ τὸ μαντεῖον τοιάδε γίνεται. ἐπειδὰν ἀνδρὶ ἐς τοῦ Τροφωνίου κατιέναι δόξῃ, πρῶτα μὲν τεταγμένων ἡμερῶν δίαιταν ἐν οἰκήματι ἔχει, τὸ δὲ οἴκημα Δαίμονός τε ἀγαθοῦ καὶ Τύχης ἱερόν ἐστιν ἀγαθῆς: διαιτώμενος δὲ ἐνταῦθα τά τε ἄλλα καθαρεύει καὶ λουτρῶν εἴργεται θερμῶν, τὸ δὲ λουτρὸν ὁ ποταμός ἐστιν ἡ Ἕρκυνα: καί οἱ καὶ κρέα ἄφθονά ἐστιν ἀπὸ τῶν θυσιῶν, θύει γὰρ δὴ ὁ κατιὼν αὐτῷ τε τῷ Τροφωνίῳ καὶ τοῦ Τροφωνίου τοῖς παισί, πρὸς δὲ Ἀπόλλωνί τε καὶ Κρόνῳ καὶ Διὶ ἐπίκλησιν Βασιλεῖ καὶ Ἥρᾳ τε Ἡνιόχῃ καὶ Δήμητρι ἣν ἐπονομάζοντες Εὐρώπην τοῦ Τροφωνίου φασὶν εἶναι τροφόν. καθ’ ἑκάστην δὲ τῶν θυσιῶν ἀνὴρ μάντις παρὼν ἐς τοῦ ἱερείου τὰ σπλάγχνα ἐνορᾷ, ἐνιδὼν δὲ προθεσπίζει τῷ κατιόντι εἰ δὴ αὐτὸν εὐμενὴς ὁ Τροφώνιος καὶ ἵλεως δέξεται. τῶν μὲν δὴ ἄλλων ἱερείων τὰ σπλάγχνα οὐχ ὁμοίως δηλοῖ τοῦ Τροφωνίου τὴν γνώμην: ἐν δὲ νυκτὶ ᾗ κάτεισιν ἕκαστος, ἐν ταύτῃ κριὸν θύουσιν ἐς βόθρον, ἐπικαλούμενοι τὸν Ἀγαμήδην. θυμάτων δὲ τῶν πρότερον πεφηνότων αἰσίων λόγος ἐστὶν οὐδείς, εἰ μὴ καὶ τοῦδε τοῦ κριοῦ τὰ σπλάγχνα τὸ αὐτὸ θέλοι λέγειν: ὁμολογούντων δὲ καὶ τούτων, τότε ἕκαστος ἤδη κάτεισιν εὔελπις, κάτεισι δὲ οὕτω. πρῶτα μὲν ἐν τῇ νυκτὶ αὐτὸν ἄγουσιν ἐπὶ τὸν ποταμὸν τὴν Ἕρκυναν, ἀγαγόντες δὲ ἐλαίῳ χρίουσι καὶ λούουσι δύο παῖδες τῶν ἀστῶν ἔτη τρία που καὶ δέκα γεγονότες, οὓς Ἑρμᾶς ἐπονομάζουσιν: οὗτοι τὸν καταβαίνοντά εἰσιν οἱ λούοντες καὶ ὁπόσα χρὴ διακονούμενοι ἅτε παῖδες. τὸ ἐντεῦθεν ὑπὸ τῶν ἱερέων οὐκ αὐτίκα ἐπὶ τὸ μαντεῖον, ἐπὶ δὲ ὕδατος πηγὰς ἄγεται: αἱ δὲ ἐγγύτατά εἰσιν ἀλλήλων. ἐνταῦθα δὴ χρὴ πιεῖν αὐτὸν Λήθης τε ὕδωρ καλούμενον, ἵνα λήθη γένηταί οἱ πάντων ἃ τέως ἐφρόντιζε, καὶ ἐπὶ τῷδε ἄλλο αὖθις ὕδωρ πίνειν Μνημοσύνης: ἀπὸ τούτου τε μνημονεύει τὰ ὀφθέντα οἱ καταβάντι. θεασάμενος δὲ ἄγαλμα ὃ ποιῆσαι Δαίδαλόν φασιν–ὑπὸ δὲ τῶν ἱερέων οὐκ ἐπιδείκνυται πλὴν ὅσοι παρὰ τὸν Τροφώνιον μέλλουσιν ἔρχεσθαι– τοῦτο τὸ ἄγαλμα ἰδὼν καὶ θεραπεύσας τε καὶ εὐξάμενος ἔρχεται πρὸς τὸ μαντεῖον, χιτῶνα ἐνδεδυκὼς λινοῦν καὶ ταινίαις τὸν χιτῶνα ἐπιζωσθεὶς καὶ ὑποδησάμενος ἐπιχωρίας κρηπῖδας. ἔστι δὲ τὸ μαντεῖον ὑπὲρ τὸ ἄλσος ἐπὶ τοῦ ὄρους. κρηπὶς μὲν ἐν κύκλῳ περιβέβληται λίθου λευκοῦ, περίοδος δὲ τῆς κρηπῖδος κατὰ ἅλων τὴν ἐλαχίστην ἐστίν, ὕψος δὲ ἀποδέουσα δύο εἶναι πήχεις: ἐφεστήκασι δὲ ἐπὶ τῇ κρηπῖδι ὀβελοὶ καὶ αὐτοὶ χαλκοῖ καὶ αἱ συνέχουσαι σφᾶς ζῶναι, διὰ δὲ αὐτῶν θύραι πεποίηνται. τοῦ περιβόλου δὲ ἐντὸς χάσμα γῆς ἐστιν οὐκ αὐτόματον ἀλλὰ σὺν τέχνῃ καὶ ἁρμονίᾳ πρὸς τὸ ἀκριβέστατον ᾠκοδομημένον. τοῦ δὲ οἰκοδομήματος τούτου τὸ σχῆμα εἴκασται κριβάνῳ: τὸ δὲ εὖρος ἡ διάμετρος αὐτοῦ τέσσαρας παρέχοιτο ἂν ὡς εἰκάσαι πήχεις: βάθος δὲ τοῦ οἰκοδομήματος, οὐκ ἂν οὐδὲ τοῦτο εἰκάζοι τις ἐς πλέον ὀκτὼ καθήκειν πηχῶν. κατάβασις δὲ οὐκ ἔστι πεποιημένη σφίσιν ἐς τὸ ἔδαφος: ἐπειδὰν δὲ ἀνὴρ ἔρχηται παρὰ τὸν Τροφώνιον, κλίμακα αὐτῷ κομίζουσι στενὴν καὶ ἐλαφράν. καταβάντι δέ ἐστιν ὀπὴ μεταξὺ τοῦ τε ἐδάφους καὶ τοῦ οἰκοδομήματος: σπιθαμῶν τὸ εὖρος δύο, τὸ δὲ ὕψος ἐφαίνετο εἶναι σπιθαμῆς. ὁ οὖν κατιὼν κατακλίνας ἑαυτὸν ἐς τὸ ἔδαφος ἔχων μάζας μεμαγμένας μέλιτι προεμβάλλει τε ἐς τὴν ὀπὴν τοὺς πόδας καὶ αὐτὸς ἐπιχωρεῖ, τὰ γόνατά οἱ τῆς ὀπῆς ἐντὸς γενέσθαι προθυμούμενος: τὸ δὲ λοιπὸν σῶμα αὐτίκα ἐφειλκύσθη τε καὶ τοῖς γόνασιν ἐπέδραμεν, ὥσπερ ποταμῶν ὁ μέγιστος καὶ ὠκύτατος συνδεθέντα ὑπὸ δίνης ἀποκρύψειεν <ἂν> ἄνθρωπον. τὸ δὲ ἐντεῦθεν τοῖς ἐντὸς τοῦ ἀδύτου γενομένοις οὐχ εἷς οὐδὲ ὁ αὐτὸς τρόπος ἐστὶν ὅτῳ διδάσκονται τὰ μέλλοντα, ἀλλά πού τις καὶ εἶδε καὶ ἄλλος ἤκουσεν. ἀναστρέψαι δὲ ὀπίσω τοῖς καταβᾶσι διὰ στομίου τε ἔστι τοῦ αὐτοῦ καὶ προεκθεόντων σφίσι τῶν ποδῶν. ἀποθανεῖν δὲ οὐδένα τῶν καταβάντων λέγουσιν ὅτι μὴ μόνον τῶν Δημητρίου τινὰ δορυφόρων: τοῦτον δὲ οὔτε ποιῆσαι περὶ τὸ ἱερόν φασιν οὐδὲν τῶν νενομισμένων οὔτε χρησόμενον τῷ θεῷ καταβῆναι, χρυσὸν δὲ καὶ ἄργυρον ἐκκομιεῖν ἐλπίσαντα ἐκ τοῦ ἀδύτου. λέγεται δὲ καὶ τούτου τὸν νεκρὸν ἑτέρωθι ἀναφανῆναι καὶ οὐ κατὰ στόμα ἐκβληθῆναι τὸ ἱερόν. ἐς μὲν δὴ τὸν ἄνθρωπον λεγομένων καὶ ἄλλων εἴρηταί μοι τὰ ἀξιολογώτατα: τὸν δὲ ἀναβάντα παρὰ τοῦ Τροφωνίου παραλαβόντες αὖθις οἱ ἱερεῖς καθίζουσιν ἐπὶ θρόνον Μνημοσύνης μὲν καλούμενον, κεῖται δὲ οὐ πόῤῥω τοῦ ἀδύτου, καθεσθέντα δὲ ἐνταῦθα ἀνερωτῶσιν ὁπόσα εἶδέ τε καὶ ἐπύθετο: μαθόντες δὲ ἐπιτρέπουσιν αὐτὸν ἤδη τοῖς προσήκουσιν. οἱ δὲ ἐς τὸ οἴκημα, ἔνθα καὶ πρότερον διῃτᾶτο παρά τε Τύχῃ καὶ Δαίμονι ἀγαθοῖς, ἐς τοῦτο ἀράμενοι κομίζουσι κάτοχόν τε ἔτι τῷ δείματι καὶ ἀγνῶτα ὁμοίως αὑτοῦ τε καὶ τῶν πέλας. ὕστερον μέντοι τά τε ἄλλα οὐδέν τι φρονήσει μεῖον ἢ πρότερον καὶ γέλως ἐπάνεισίν οἱ. γράφω δὲ οὐκ ἀκοὴν ἀλλὰ ἑτέρους τε ἰδὼν καὶ αὐτὸς τῷ Τροφωνίῳ χρησάμενος. τοὺς δὲ ἐς τοῦ Τροφωνίου κατελθόντας, ἀνάγκη σφᾶς, ὁπόσα ἤκουσεν ἕκαστος ἢ εἶδεν, ἀναθεῖναι γεγραμμένα ἐν πίνακι. λείπεται δ’ ἔτι καὶ τοῦ Ἀριστομένους ἐνταῦθα ἡ ἀσπίς: τὰ δὲ ἐς αὐτὴν ὁποῖα ἐγένετο, ἐδήλωσα ἐν τοῖς προτέροις τοῦ λόγου. τὸ δὲ μαντεῖον οἱ Βοιωτοὶ τοῦτο οὐ πεπυσμένοι πρότερον ἐπ’ αἰτίᾳ τοιᾷδε ἔγνωσαν. θεωροὺς ἀφ’ ἑκάστης πόλεως ἄνδρας ἀποστέλλουσιν ἐς Δελφούς: οὐ γὰρ δή σφισιν ἔτος δεύτερον ὗεν ὁ θεός. τούτοις αἰτοῦσιν ἐπανόρθωμα τοῦ αὐχμοῦ προσέταξεν ἡ Πυθία παρὰ Τροφώνιον ἐς Λεβάδειαν ἐλθοῦσιν εὕρασθαι παρὰ ἐκείνου τὸ ἴαμα. ὡς δὲ ἐς τὴν Λεβάδειαν ἐλθόντες οὐκ ἐδύναντο εὑρεῖν τὸ μαντεῖον, ἐνταῦθα τῶν ἐξ Ἀκραιφνίου πόλεως Σάων–οὗτος δὲ ἦν καὶ ἡλικίᾳ τῶν θεωρῶν πρεσβύτατος–εἶδεν ἑσμὸν μελισσῶν, <καὶ παρέστη οἱ,> ὅποι ποτ’ ἂν ἀποτράπωνται, καὶ αὐτὸς ἕπεσθαι. αὐτίκα δὴ τὰς μελίσσας ἐς τοῦτο ἐσπετομένας ὁρᾷ τῆς γῆς, καὶ συνεσῆλθέ σφισιν ἐς τὸ μαντεῖον. τοῦτον τὸν Σάωνα καὶ τὴν ἱερουργίαν τὴν καθεστηκυῖαν, καὶ ὁπόσα περὶ τὸ χρηστήριον δρῶσιν ἄλλα, διδαχθῆναι παρὰ τοῦ Τροφωνίου φασίν. Δαιδάλου δὲ τῶν ἔργων δύο μὲν ταῦτά ἐστιν ἐν Βοιωτοῖς, Ἡρακλῆς τε ἐν Θήβαις καὶ παρὰ Λεβαδεῦσιν ὁ Τροφώνιος…. | Μτφρ.: η διαδικασία για να πάρει κάποιος μαντεία στον Τροφώνιο γίνεται με τον ακόλουθο τρόπο: όποιος αποφασίσει να κατέβει στο μαντείο, πρέπει πρώτα να περάσει κάποιες καθορισμένες ημέρες σε ένα οίκημα, το οποίο είναι το ιερό του αγαθού Δαίμονα και της αγαθής Τύχης. Μένοντας εκεί κάνει καθαρμούς και απέχει από τα θερμά λουτρά, ενώ ως λουτρό του χρησιμοποιεί μόνο τον ποταμό Έρκυνα. Και έχει κρέατα άφθονα από τις θυσίες, γιατί όποιος κατεβαίνει στο μαντείο θυσιάζει και στον Τροφώνιο και στα παιδιά του και στον Απόλλωνα και στον Κρόνο και στον Δία που καλείται βασιλέας και στην Ηνιόχη Ήρα και στη Δήμητρα που την αποκαλούν Ευρώπη και λένε ότι ήταν τροφός του Τροφωνίου. Σε κάθε θυσία ένας μάντης παρευρίσκεται και εξετάζει τα σπλάχνα του ζώου που θυσιάζεται και από αυτά που παρατηρεί προλέγει σε αυτόν που πρόκειται να κατέβει αν ο Τροφώνιος θα τον δεχτεί με ευμενή και καλή διάθεση. Τα σπλάχνα των άλλων σφαγίων δεν φανερώνουν το ίδιο καθαρά τη διάθεση του Τροφωνίου, όσο αυτό: το κριάρι που θυσιάζουν τη νύχτα που πρόκειται να κατέβουν σε έναν λάκκο που ονομάζεται του Αγαμήδη. Κανένα ευνοϊκό σημάδι από τα προηγούμενα σφάγια δεν έχει αξία, αν και τα σπλάχνα αυτού του κριού δεν πρόκειται να που τα ίδια. Αφού συμφωνήσουν και αυτά, τότε ο καθένας κατεβαίνει με τον εξής πρώτα νύχτα τον οδηγούν στον ποταμό Έρκυνα και έχοντας μαζί τους λάδι τον αλείφουν και των λούζουν δύο παιδιά πολιτών, περίπου 13 ετών, τα οποία ονομάζουν Ερμές. Αυτοί λούζουν αυτόν που πρόκειται να κατέβει και τον βοηθούν σε όσα χρειάζεται, σαν υπηρέτες. Από εκεί οδηγείται από ιερείς, όχι στο μαντείο απευθείας αλλά σε πηγές νερού, που βρίσκονται πολύ κοντά η μία στην άλλη. Εκεί πρέπει να πιεί το νερό που ονομάζεται της Λήθης, για να ξεχάσει όλα όσα τον απασχολούσαν μέχρι τότε , και αμέσως μετά από αυτό πίνει το άλλο νερό της Μνημοσύνης, για να θυμάται όσα δει κατά την κατάβασή του. και αφού δει το άγαλμα που λένε ότι κατασκεύασε ο Δαίδαλος (οι ιερείς δεν το δείχνουν αυτό παρά μόνο σε όσους πρόκειται να κατέβουν στον Τροφώνιο), αφού δει αυτό το άγαλμα και το προσκυνήσει και προσευχηθεί, τότε κατευθύνεται προς το μαντείο φορώντας λινό χιτώνα ζωσμένο με ταινίες και φορώντας ντόπια υποδήματα. Το μαντείο βρίσκεται στο όρος πάνω από το άλσος. Περιβάλλεται από κυκλική κρηπίδα λευκού μαρμάρου που η περιφέρειά της είναι ανάλογη με ενός πολύ μικρού αλωνιού και το ύψος είναι σχεδόν δύο πήχεις. Πάνω στην κρηπίδα έχουν στερεωθεί πάσσαλοι που και αυτοί και οι αλυσίδες που τους ενώνουν είναι χάλκινοι και ανάμεσα σε αυτούς έχουν κατασκευαστεί θύρες. Εντός του περιφραγμένου χώρου υπάρχει χάσμα όχι φυσικό αλλά κατασκευασμένο τεχνητά με απόλυτη αρμονία στο χτίσιμό του. το σχήμα του οικοδομήματος αυτού μοιάζει με φούρνο. Ως προς το πλάτος η διάμετρός του θα μπορούσε να υπολογιστεί περίπου σε τέσσερεις πήχεις. Ως προς το βάθος δεν υπολογίζεται μεγαλύτερο από οκτώ πήχεις. Τρόπος κατάβασης δεν υπάρχει στο έδαφος αλλά, όταν κάποιος κατεβαίνει στον Τροφώνιο, του φέρνουν μια στενή και ελαφριά σκάλα. Καθώς κατεβαίνει συναντά μια οπή ανάμεσα στο έδαφος και στο οικοδόμημα, που φαίνεται δύο πιθαμές στο πλάτος και μία στο ύψος. Αυτός που κατέρχεται ξαπλώνει στο έδαφος κρατώντας γλυκά ζυμωμένα με μέλι, βάζει πρώτα στην οπή τα πόδια και ο ίδιος στη συνέχεια σέρνεται μέσα μέχρι να βρεθούν τα γόνατά του εντός της οπής. Τότε το υπόλοιπο σώμα του τραβιέται προς τα κάτω ακολουθώντας τα γόνατά του, όπως ο πολύ βαθύς και γρήγορος ποταμός μπορεί να παρασύρει έναν άνθρωπο που έχει μπλέξει στη δίνη του. για όσους βρεθούν μέσα στο άδυτο, δεν υπάρχει ένας ούτε ο ίδιος τρόπος με τον οποίο φανερώνονται τα μέλλοντα, αλλά άλλος τα βλέπει και άλλος τα ακούει. Όσοι κατεβαίνουν στο στόμιο, επιστρέφουν πίσω από το ίδιο σημείο, αφού πρώτα βγάλουν τα πόδια τους. Λένε ότι κανείς από όσους κατέβηκαν δεν πέθανε, εκτός μόνο από κάποιον φρουρό του Δημητρίου. Αυτός λένε ότι δεν έκανε τίποτα από τα καθιερωμένα του ιερού ούτε κατέβηκε για να πάρει χρησμό από τον θεό αλλά ελπίζοντας να πάρει χρυσό και ασήμι από το άδυτο. Και λέγεται ότι το νεκρό σώμα αυτού βγήκε σε άλλο σημείο και όχι από το στόμιο του ιερού. Και πολλά άλλα ιστορούνται για τον άνθρωπο αυτό, αλλά σας ανέφερα τα πιο αξιόλογα. Αυτόν που ανεβαίνει από τον Τροφώνιο τον παραλαμβάνουν πάλι οι ιερείς και τον καθίζουν στον θρόνο που ονομάζεται ης Μνημοσύνης και βρίσκεται κοντά στο άδυτο. Και αφού τον καθίσουν εκεί τον ρωτούν για όσα είδε και έμαθε. Και αφού μάθουν όσα θέλουν, επιτρέπουν στους συγγενείς του να τον πλησιάσουν. Αυτοί τότε στο οίκημα, όπου και προηγουμένως διέμενε, της Τύχης και του Αγαθού Δαίμονα, σε αυτό τον σηκώνουν και τον μεταφέρουν, καθώς είναι ακόμη είναι ακόμη κυριευμένος από τον φόβο και δεν γνωρίζει ούτε τον εαυτό του ούτε τους κοντινούς του. ύστερα όμως ανακτά όλες τις ικανότητές του στον ίδιο βαθμό όπως προηγουμένως και το γέλιο επανέρχεται σε αυτόν. Αυτά τα γράφω γνωρίζοντάς τα όχι εξ ακοής, αλλά και άλλους παρατηρώντας και έχοντας πάρει και ο ίδιος χρησμό από τον Τροφώνιο, καθώς αυτοί που κατέρχονται στον Τροφώνιο είναι υποχρεωμένοι να αφιερώνουν γραμμένα σε πινακίδα όσα άκουσαν ή είδαν. Υπάρχει ακόμη εδώ και η ασπίδα του Αριστομένους, τα σχετικά με την οποία έχω αναφέρει σε προηγούμενα κεφάλαια. Το μαντείο αυτό οι Βοιωτοί δεν το γνώριζαν προηγουμένως και το ανακάλυψαν από την εξής αφορμή: είχαν στείλει θεωρούς από κάθε πόλη στους Δελφούς, γιατί ο θεός δεν είχε βρέξει για δεύτερη χρονιά. Σε αυτούς που ζητούσαν απαλλαγή από την ξηρασία πρόσταξε η Πυθία να πάνε στη Λιβαδειά στον Τροφώνιο και να ζητήσουν από εκείνον θεραπεία. Όταν ήλθαν στη Λιβαδειά δεν μπορούσαν να βρουν το μαντείο. Τότε κάποιος Σάων από το Ακραίφνιο (αυτός ήταν και ο μεγαλύτερος στην ηλικία από τους θεωρούς) παρατήρησε ένα σμήνος μελισσών και αποφάσισε να το ακολουθήσει όπου και αν πήγαινε. Αμέσως είδε το μελίσσι να πετά μέσα στη γη και το ακολούθησε στο μαντείο. Λένε ότι αυτός ο Σάων διδάχθηκε από τον Τροφώνιο και την καθιερωμένη ιερουργία και όσα άλλα διαδραματίζονται στο χρηστήριο. Δύο έργα του Δαιδάλου βρίσκονται στη Βοιωτία, ο Ηρακλής στη Θήβα και ο Τροφώνιος στη Λιβαδειά… |
- Πλούταρχος, Περὶ τῶν ἐκλελοιπότων χρηστηρίων, 5
| τὰ γὰρ ἄλλα τί δεῖ λέγειν, ὅπου γε τὴν Βοιωτίαν ἕνεκα χρηστηρίων πολύφωνον οὖσαν ἐν τοῖς πρότερον χρόνοις νῦν ἐπιλέλοιπε κομιδῇ καθάπερ νάματα, καὶ πολὺς ἐπέσχηκε μαντικῆς αὐχμὸς τὴν χώραν; οὐδαμοῦ γὰρ ἀλλαχόθι νῦν ἢ περὶ Λεβάδειαν ἡ Βοιωτία παρέχει τοῖς χρῄζουσιν ἀρύσασθαι μαντικῆς, τῶν δ´ ἄλλων τὰ μὲν σιγὴ τὰ δὲ παντελὴς ἐρημία κατέσχηκε |
Μτφρ.: για τα άλλα ( μαντεία) τι πρέπει να πούμε, αφού εκεί που η Βοιωτία ήταν τα προηγούμενα χρόνια γεμάτη από πολλές φωνές εξαιτίας των μαντείων της, τώρα έχει στερέψει εντελώς, όπως συμβαίνει με τα νερά και μεγάλη ξηρασία μαντικής έχει καταλάβει την περιοχή; Γιατί πουθενά αλλού η Βοιωτία στις μέρες μας, παρά μόνο στη Λιβαδειά, δεν παρέχει σε αυτούς που ζητούν χρησμό την ευκαιρία να αντλήσουν από το νερό της μαντικής, ενώ από τα άλλα μαντεία κάποια έχουν σιγήσει και κάποια έχουν ερημωθεί. |
- Πλούταρχος, βίοι παράλληλοι : Σύλλας 16, 8
| … ἀπὸ τοῦ στρατοπέδου διεσπείρετο, καὶ τὴν τε τῶν Πανοπέων πόλιν ἐκκόψαι λέγονται, καὶ τὴν τῶν Λεβαδέων διαρπάσαι καὶ συλῆσαι τὸ μαντεῖον, οὐδενὸς στρατηγοῦ πρόσταγμα δόντος | μτφρ.: …από το στρατόπεδο διασκορπιζόταν (το εχθρικό στράτευμα του Μιθριδάτη) και λέγεται ότι και την πόλη των Πανοπέων κατέστρεψαν και την πόλη των Λεβαδέων λεηλάτησαν και σύλησαν το μαντείο, χωρίς να δώσει το πρόσταγμα κανένας στρατηγός |
- Πλούταρχος, βίοι παράλληλοι : Σύλλας 17, 1
| ἐκ Λεβαδείας καὶ τοῦ Τροφωνίου φῆμαί τε χρησταἰ καὶ νικηφόρα μαντεύματα τοῖς Ῥωμαίοις έξεπέμποντο, περὶ ὧν οἱ μὲν ἐπιχώριοι πλείονα λέγουσιν · ὡς δὲ Σύλλας αὐτὸς ἐν δεκάτῳ τῶν ὑπομνημάτων γέγραφε, Κόιντος Τίτιος, οὐκ ἀφανὴς ἀνὴρ τῶν ἐν τῇ Ἑλλάδι πραγματευομένων, ἦκε πρὸς αὐτὸν ἤδη τὴν ἐν Χαιρωνείᾳ νενικηκότα μάχην, ἀπαγγέλλων ὅτι καὶ δευτέραν ὁ Τροφώνιος αὐτόθι μάχην καὶ νίκην προσημήνειεν ἐντὸς όλίγου χρόνου, μετά δὲ τοῦτον ἀνὴρ τῶν ἐν τάξει στρατευομένων ὄνομα Σαλουιηνὸς ἀνήνεγκε παρὰ τοῦ θεοῦ, τέλος οἷον αἱ κατὰ τὴν Ἰταλίαν πράξεις ἔμελλον ἕξειν. ἀμφότεροι δὲ ταὐτὰ περὶ τῆς τοῦ θεοῦ μορφῆς ἔφραζον · τῷ γὰρ Ὀλυμπίῳ Διὶ καὶ τὸ κάλος καὶ τὸ μέγεθος παραπλήσιοι ἰδεῖν ἔφασαν. | Μτφρ.: από τη Λιβαδειά και τον Τροφώνιο καλές φήμες και νικηφόρες μαντείες στέλνονταν στους Ρωμαίους, σχετικά με τις οποίες οι ντόπιοι πολλά λένε. Όπως ο ίδιος ο Σύλλας έχει γράψει στο δέκατο υπόμνημά του, ο Κόιντος Τίτιος, άνδρας γνωστός σε όσους ασχολούνταν με την πολιτική στης Ελλάδα, ήλθε προς αυτόν, αφού ήδη είχε πετύχει τη νίκη στη Χαιρώνεια, και του ανήγγειλε ότι ο Τροφώνιος προμήνυε και δεύτερη μάχη και νίκη εκεί σε σύντομο χρονικό διάστημα. Μετά από αυτόν κάποιος άνδρας από τις τάξεις του στρατού που ονομαζόταν Σαλουιηνός έφερε χρησμό από τον θεό σχετικά με το αίσιο τέλος που επρόκειτο να έχουν οι επιχειρήσεις στην Ιταλία. Και οι δύο έλεγαν τα ίδια για τη μορφή του θεού, ότι δηλαδή στην ομορφιά και στη μεγαλοπρέπεια ήταν παρόμοιος με τον Ολύμπιο Δία. |
- Τιμητικό ψήφισμα Λιβαδειτών στις Πλαταιές για Αδριανό κατά τη γιορτή των Ελευθερίων
| (IG VII 1675) Ἡ πόλις τῶν Λεβαδέων αὐτοκράτορα καίσαρα Τραϊανὸν Ἀδριανὸν σεβαστόν, τὸν ἴδιον εὐεργέτη καὶ σωτῆρα, δόγματι πόλεως | Μτφρ.: Η πόλη των Λεβαδέων (αφιερώνει) στον σεβαστό αυτοκράτορα καίσαρα Τραϊανό, Αδριανό, τον ευεργέτη της και σωτήρα, με απόφαση της πόλεως. |
- Φιλόστρατος, Βίος Απολλωνίου του Τυανέως
| ἡμερῶν δὲ τετταράκοντα διαλεχθεὶς ἐν Ὀλυμπίᾳ καὶ πλεῖστα σπουδάσας ‘καὶ κατὰ πόλεις μὲν’ ἔφη ‘διαλέξομαι ὑμῖν, ἄνδρες Ἕλληνες, ἐν πανηγύρεσιν ἐν πομπαῖς ἐν μυστηρίοις ἐν θυσίαις ἐν σπονδαῖς — ἀστείου δὲ ἀνδρὸς δέονται — νῦν δὲ ἐς Λεβάδειαν χρὴ καταβῆναί με, ἐπεὶ τῷ Τροφωνίῳ μήπω ξυγγέγονα καίτοι ἐπιφοιτήσας ποτὲ τῷ ἱερῷ.’ καὶ εἰπὼν ταῦτα ἐχώρει δὴ ἐπὶ Βοιωτίας οὐδενὸς λειπομένου τῶν θαυμαζόντων αὐτόν. τὸ δ᾽ ἐν Λεβαδείᾳ στόμιον ἀνάκειται μὲν Τροφωνίῳ τῷ Ἀπόλλωνος ἐσβατὸν μόνον τοῖς ὑπὲρ χρησμῶν φοιτῶσιν, ὁρᾶται δ᾽ οὐκ ἐν τῷ ἱερῷ, μικρὸν δ᾽ ἄνω τοῦ ἱεροῦ ἐν γηλόφῳ, ξυγκλείουσι δ᾽ αὐτὸ σιδήρεοι ὀβελίσκοι κύκλῳ περιβάλλοντες, ἡ δὲ κάθοδος οἵα ἱζήσαντα ἐπισπάσασθαι. λευκῇ δ᾽ ἐσθῆτι ἐσταλμένοι πέμπονται μελιτούττας ἀπάγοντες ἐν ταῖν χεροῖν μειλίγματα ἑρπετῶν, ἃ τοῖς κατιοῦσιν ἐγχρίπτει. ἀναδίδωσι δ᾽ ἡ γῆ τοὺς μὲν οὐ πόρρω, τοὺς δὲ πορρωτάτω, καὶ γὰρ ὑπὲρ Λοκροὺς ἀναπέμπονται καὶ ὑπὲρ Φωκέας, οἱ δὲ πλεῖστοι περὶ τὰ Βοιωτῶν ὅρια. παρελθὼν οὖν ἐς τὸ ἱερὸν ‘βούλομαι’ ἔφη ‘καταβῆναι ὑπὲρ φιλοσοφίας.’ ἀντιλεγόντων δὲ τῶν ἱερέων καὶ πρὸς μὲν τοὺς πολλοὺς λεγόντων, μὴ ἄν ποτε γόητι ἀνθρώπῳ παρασχεῖν ἔλεγχον τοῦ ἱεροῦ, πρὸς δὲ τὸν ἄνδρα πλαττομένων ἀποφράδας καὶ οὐ καθαρὰς χρῆσαι, τὴν μὲν ἡμέραν ἐκείνην διελέχθη περὶ τὰς πηγὰς τῆς Ἑρκύνης ὑπὲρ αἰτίας τοῦ μαντείου καὶ τρόπου, μόνον γὰρ ἐκεῖνο δι᾽ αὐτοῦ χρᾷ τοῦ χρωμένου, ἑσπέρα δ᾽ ὡς ἐγένετο, ἐλθὼν ἐπὶ τὸ στόμιον μετὰ τῶν ξυνακολουθούντων νέων καὶ τέτταρας τῶν ὀβελίσκων ἀνασπάσας, οἳ ξυνέχουσι τὰς τῆς παρόδου κλεῖδας, ἐχώρει ὑποχθόνιος αὐτῷ τρίβωνι, καθάπερ ἐς διάλεξιν ἑαυτὸν στείλας, οὕτω τι τῷ θεῷ φίλα πράττων, ὡς ἐπιστάντα τοῖς ἱερεῦσι τὸν Τροφώνιον ἐς ἐπίπηξίν τε αὐτοῖς καταστῆναι ὑπὲρ τοῦ ἀνδρὸς ἐς Αὐλίδα τε ἕπεσθαι κελεῦσαι πάντας, ὡς ἐκεῖ ἀναδυσομένου θαυμασιώτατα ἀνθρώπων. ἀνέσχε γὰρ δἰ ἡμερῶν ἑπτά, ὅσων μήπω τις τῶν ὑπελθόντων τὸ μαντεῖον, φέρων βιβλίον προσφορώτατον τῇ ἐρωτήσει. ὁ μὲν γὰρ κατῆλθεν εἰπὼν ‘τίνα, ὦ Τροφώνιε, καὶ σὺ τὴν ἀρτιωτάτην καὶ καθαρωτάτην φιλοσοφίαν ἡγῇ;’ τὸ δὲ βιβλίον τὰς Πυθαγόρου εἶχε δόξας, ὡς καὶ τοῦ μαντείου τῇ σοφίᾳ ταύτῃ ξυντιθεμένου. ἀνάκειται τὸ βιβλίον τοῦτο ἐν Ἀνθίῳ καὶ σπουδάζεται διὰ τὴν αἰτίαν, τὸ δὲ Ἄνθιον Ἰταλῶν τῶν ἐπὶ θαλάττῃ. ταῦτα μὲν δὴ καὶ τῶν Λεβάδειαν οἰκούντων ξυγχωρῶ ἀκροᾶσθαι, περὶ δὲ τοῦ βιβλίου τούτου γνώμη ἀποπεφάνθω μοι, διακομισθῆναι μὲν αὐτὸ βασιλεῖ Ἀδριανῷ ὕστερον, ὅτε δὴ καί τινας τῶν τοῦ Ἀπολλωνίου ἐπιστολῶν, οὐ γὰρ δὴ πάσας γε, καταμεῖναι δὲ ἐς τὰ βασίλεια τὰ ἐν τῷ Ἀνθίῳ, οἷς μάλιστα δὴ τῶν περὶ τὴν Ἰταλίαν βασιλείων ἔχαιρεν. | Μτφρ.: για σαράντα ημέρες συζητούσε στην Ολυμπία και ασχολήθηκε με πολλά και ύστερα είπε: « θα έρθω και στις άλλες πόλεις σας για να συζητήσω μαζί σας Έλληνες, στις πανηγύρεις, στις πομπές, στα μυστήρια, στις θυσίες, στις σπονδές -γιατί χρειάζονται έναν εξευγενισμένο άνδρα – αλλά τώρα πρέπει να κατέβω στη Λιβαδειά, επειδή με τον Τροφώνιο δεν έχω συναντηθεί ακόμα, αν και επισκέφτηκα κάποτε το ιερό». Και λέγοντας αυτά κατευθύνθηκε στη Βοιωτία και δεν έμεινε πίσω κανένας από τους θαυμαστές του. το στόμιο του Απόλλωνος στη Λιβαδειά ανήκει στον Τροφώνιο και σε αυτό έχουν πρόσβαση μόνο όσοι πηγαίνουν εκεί για να ζητήσουν χρησμό. Δεν είναι ορατό για αυτόν που βρίσκεται στο ιερό, αλλά βρίσκεται λίγο πιο πάνω από το ιερό στον γήλοφο. Αυτό βρίσκεται μέσα σε έναν κύκλο από σιδερένιους οβελίσκους που το περιβάλλουν. Η κάθοδος είναι τέτοια που αυτός που τοποθετείται στο στόμιο να τραβιέται. Με λευκή εσθήτα ντυμένοι οδηγούνται σε πομπή (οι χρηστηριαζόμενοι) κρατώντας πίττες στα δυο τους χέρια για να εξευμενίσουν τα ερπετά τα οποία πλησιάζουν κοντά σε αυτούς που κάνουν την κατάβαση. Αυτούς τους βγάζει στη συνέχεια στην επιφάνεια η γη, άλλους όχι μακριά από το σημείο, άλλους πιο μακριά, κάποιοι στέλνονται και στη χώρα των Λοκρών, άλλοι στη χώρα των Φωκέων αλλά οι περισσότεροι στα όρια της Βοιωτίας. Αφού λοιπόν (ο Απολλώνιος) πήγε στο μαντείο, «θέλω», είπε, «να κατέβω από αγάπη για τη σοφία». Επειδή απάντησαν οι ιερείς στους πολλούς και έλεγαν ότι δεν θα μπορούσαν ποτέ να επιτρέψουν σε έναν μάγο να ελέγξει το ιερό, και σε αυτούς που είχαν παραπλανηθεί από τον άνδρα ότι ήρθε σε μέρες αποφράδες και όχι καθαρές, την ημέρα εκείνη συζήτησε στις όχθες της Έρκυνας για την αιτία και τον τρόπο του μαντείου, ότι μόνο εκείνο έδινε χρησμό μέσω του ίδιου του χρηστηριαζομένου, και όταν βράδιασε πλησίασε στο στόμιο με τους νέους που τον ακολουθούσαν, έβγαλε τέσσερεις οβελίσκους, αυτούς που συγκρατούν τους μοχλούς που κλειδώνουν την είσοδο, μπήκε κάτω από τη γη με το παλιό του πανωφόρι (ταπεινά), σαν να πήγαινε σε συζήτηση, πράττοντας έτσι κάτι φιλικό στον θεό. Τότε παρουσιάστηκε στους ιερείς ο Τροφώνιος, καθώς αυτοί ήταν ναρκωμένοι/παραλυμένοι, και διέταξε να πάνε όλοι στην Αυλίδα όπου ο άνδρας θα αναδυθεί με τρόπο αξιοθαύμαστο για τους ανθρώπους. Και βγήκε στην επιφάνεια μετά από επτά ημέρες, όσο δεν είχε μείνει μέχρι τότε κανείς άλλος μέσα στο μαντείο, κρατώντας βιβλίο ωφελιμότατο στην ερωτήσή του. γιατί αυτός όταν κατέβηκε είπε «Τροφώνιε, ποια φιλοσοφία θεωρείς εσύ αρτιώτατη και καθαρότατη;». το βιβλίο περιείχε τις γνώμες του Πυθαγόρα και ακόμα κατέγραφε και την ίδια τη σοφία του μαντείου. Βρίσκεται το βιβλίο αυτό ως αφιέρωμα στο Άνθιο και μελετάται για αυτή την αιτία. Το Άνθιο είναι πόλη των Ιταλών κοντά στη θάλασσα. Αυτά λοιπόν παραδίδω για να τα ακούσουν και οι κάτοικοι της Λιβαδειάς και για το βιβλίο αυτό παρουσίασα ξεκάθαρα τη γνώμη μου. Αργότερα αυτό μεταφέρθηκε στον βασιλιά Αδριανό μαζί με κάποιες επιστολές του Απολλώνιου, όχι όλες (έμειναν κάποιες και στα παλάτια στο Άνθιο) με τις οποίες ένιωθε αγαλλίαση καθώς τις διάβαζε στα παλάτια τις Ιταλίας. |
Γ) περιγραφή Λιβαδειάς
- Παυσανίας , Βοιωτικά, ΙΧ, 39,2-4
| κεκόσμηται μὲν δὴ τὰ ἄλλα σφίσιν ἡ πόλις ὁμοίως τοῖς ἑλλήνων μάλιστα εὐδαίμοσι, διείργει δὲ ἀπ’ αὐτῆς τὸ ἄλσος τοῦ Τροφωνίου ποταμὸς Ἐρκυνα. Φασὶ δ’ ἐνταῦθα Ἕρκυναν ὁμοῦ Κόρῃ τῇ Δήμητρος παίζουσαν καὶ ἔχουσαν χῆνα ἀφεῖναι τοῦτον ἄκουσαν · ἐς δὲ ἄντρον κοῖλον ἐσπτάντος καὶ ὑπὸ λίθον ἀποκρύψαντος αὑτὸν ἐσελθοῦσα ἡ Κόρη λαμβάνει τὸν ὄρνιθα ὑπὸ τῷ λίθῳ κατακείμενον · ῥυῆναί τε δὴ τὸ ὕδωρ ὄθεν άνείλετο ἡ Κόρη τὸν λίθον καὶ ὀνομασθῆναι τὸν ποταμὸν ἐπὶ τοῦτο λέγουσιν Ἕρκυναν. Καὶ ἔστε μὲν πρὸς τῇ ὄχθῃ τοῦ ποταμοῦ ναὸς Ἑρκύνης, ἐν δὲ αὐτῷ παρθένος χῆνα ἔχουσα ἐν ταῖς χερσίν · εἰσὶ δὲ ἐν τῷ σπηλαίῳ τοῦ ποταμοῦ τε αἱ πηγαὶ καὶ ἀγάλματα ὀρθά, περιειλεγμένοι δὲ εἰσιν αὐτῶν τοῖς σκήπτροις δράκοντες. Ταῦτα εἰκάσαι μὲν ἄν τις Ἀσκληπιοῦ τε εἶναι καὶ Ὑγείας, εἶεν δ’ ἂν Τροφώνιος καὶ Ἕρκυνα. ἐπεὶ μηδὲ τοὺς δράκοντας Ἀσκληπιοῦ μᾶλλον ἢ καὶ Τροφωνίου νομίζουσιν ἱεροὺς εἶναι. Ἐπὶ δὲ τῷ ποταμῷ μνῆμά ἐστιν Ἀρκεσιλάου · Λήιτον δὲ ἀνακομίσαι φασὶ τοὺ Ἀρκεσιλάου τὰ ὀστᾶ ἐκ Τροίας. Τὰ δὲ ἐπιφανέστατα ἐν τῷ ἄλσει Τροφωνίου ναὸς καὶ ἄγαλμά ἐστιν, Ἀσκληπιῷ καὶ τοῦτο εἰκασμένον · Πραξιτέλης δὲ ἐποίησε τὸ ἄγαλμα. Ἔστι δὲ καὶ Δήμητρος ἱερὸν ἐπίκλησιν εὐρώπης καὶ Ζεὺς ὑέτιος ἐν ὑπαίθρῳ. Ἀναβᾶσι δὲ ἐπὶ τὸ μαντεῖον καὶ αὐτόθεν ἰοῦσιν ἐς τὸ πρόσω τοῦ ὄρους, Κόρης ἐστὶ καλουμένη θήρα καὶ Διὸς βασιλέως ναός. Τοῦτον μὲν δὴ διὰ τὸ μέγεθος ἢ καὶ τῶν πολέμων τὸ ἀλλεπάλληλον ἀφείκασιν ἡμίεργον · ἐν δὲ ἑτέρῳ ναῷ Κρόνου καὶ Ἥρας καὶ Διὸς ἐστιν ἀγάλματα. Ἔστι καὶ Ἀπόλλωνος ἱερόν. | Μτφρ.: κατά τα άλλα η πόλη είναι στολισμένη όμοια με τις ευημερούσες πόλεις των Ελλήνων. Από το άλσος του Τροφωνίου τη χωρίζει ο ποταμός Έρκυνα. Λένε ότι εδώ έπαιζε η Έρκυνα μαζί με την Κόρη, τη θυγατέρα της Δήμητρας, και ότι κρατούσε μια χήνα που της έφυγε χωρίς τη θέλησή της. Αυτή πέταξε σε ένα κοίλο σπήλαιο και κρύφτηκε κάτω από μία πέτρα. Η Κόρη μπήκε στο σπήλαιο και έπιασε τη χήνα που είχε κρυφτεί κάτω από τον βράχο. Και λένε ότι έρευσε νερό από το μέρος, από όπου η Κόρη σήκωσε την πέτρα και για αυτό ονομάστηκε ο ποταμός Έρκυνα. Και βρίσκεται κοντά στην όχθη του ποταμού ναός της Ερκύνης, μέσα στον οποίο βρίσκεται άγαλμα παρθένου που κρατά χήνα στα χέρια. Στη σπηλιά είναι οι πηγές του ποταμού και αγάλματα όρθια, που στα σκήπτρα τους έχουν τυλιγμένα φίδια. Θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι αυτά ανήκουν στον Ασκληπιό και στην Υγεία, θα μπορούσαν όμως να είναι και ο Τροφώνιος με την Έρκυνα, αφού τα φίδια δεν τα θεωρούν ιερά μόνο για τον Ασκληπιό αλλά και για τον Τροφώνιο. Κοντά στον ποταμό υπάρχει μνήμα του Αρκεσιλάου. Λένε ότι ο Λήιτος είχε φέρει τα οστά του Αρκεσιλάου από την Τροία. Τα πιο ξεχωριστά στο άλσος είναι ο ναός και το άγαλμα του Τροφωνίου που και αυτό μοιάζει με τον Ασκληπιό. Αυτό το άγαλμα το φιλοτέχνησε ο Πραξιτέλης. Υπάρχει και ιερό της Δήμητρας που ονομάζεται Ευρώπη και άγαλμα του υέτιου Διός στο ύπαιθρο. Καθώς ανεβαίνει κάποιος προς το μαντείο και από εκεί προχωρά προς το βουνό, βρίσκει το κυνήγι της Κόρης και τον ναό του Διός βασιλέως. Αυτόν, εξαιτίας του μεγέθους του ή των αλλεπάλληλων πολέμων, τον έχουν αφήσει ημιτελή. Σε άλλο ναό υπάρχουν αγάλματα του Κρόνου και της Ήρας και του Δία. Υπάρχει και ιερό του Απόλλωνα.
|
- Στράβων, Γεωγραφικά Θ’ 14
| πλησίον δὲ Λεβαδείας καὶ ἡ Τραχίν, ὁμώνυμος τῇ Οἰταίᾳ, Φωκικὴ πολίχνη. Οἱ δὲ ἐνοικοῦντες Τραχίνιοι λέγονται | ΜΤΦΡ.: κοντά στη Λιβαδειά βρίσκεται και η Τραχίν, ομώνυμη με της Οιταίας, της φωκικής πολίχνης . και οι κάτοικοί της ονομάζονται Τραχίνιοι |
- Στράβων, Γεωγραφικά Θ’ 38
| Λεβάδειᾳ δ’ ἐστίν, ὅπου Διὸς Τροφωνίου μαντεῖον ἵδρυται, χάσματος ὑπονόμου κατάβασιν ἔχον, καταβαίνει δ’ αὐτὸς ὁ χρηστηριαζόμενος · κεῖται δὲ μεταξὺ τοῦ Ἑλικῶνος καὶ τῆς Χαιρωνείας, Κορωνείας πλησίον. | Μτφρ.: Η Λιβαδειά βρίσκεται εκεί όπου έχει ιδρυθεί το μαντείο του Τροφωνίου Διός, το οποίο κατεβαίνει σε υπόγειο χάσμα, στο οποίο κατέρχεται αυτός που θέλει να πάρει χρησμό. Βρίσκεται μεταξύ του Ελικώνα και της Χαιρώνειας, κοντά στην Κορώνεια. |
Εποχή εξάπλωσης του Χριστιανισμού Λιβαδειά (3ος μ. Χ. αιώνας πιθανώς)
Α) θρησκεία –γιορτές
- Σχόλια στις Νεφέλες του Αριστοφάνη
| ὁ Τροφώνιος ἀνὴρ ἦν πάνυ φιλόδοξος · ποιήσας οὖν ἐν Λεβαδείᾳ τῆς Βοιωτίας ὑπὀγειον οἴκημα εἰσελθὼν ἐμαντεύετο και λιμαγχονηθεὶς ἀπέθανεν · ἐγκατοικῆσαν δὲ δαιμόνιον τι τὰς μαντείας ἐπετἐλει | Μτφρ.: ο Τροφώνιος ήταν ένας πολύ φιλόδοξος άνδρας που έφτιαξε ένα υπόγειο οίκημα στη Λιβαδειά της Βοιωτίας και μπήκε μέσα και έδινε μαντείες μέχρι που πέθανε υποφέροντας από ασιτία. Τότε εγκαταστάθηκε εκεί ένα δαιμόνιο και έδινε τις μαντείες |
- Σχόλια στις Νεφέλες του Αριστοφάνη για την ενδυμασία των χρηστηριαζομένων στον Τροφώνιο
| στολῇ κεκοσμημένοι θεοπρεπεῖ κατίασι …κοσμήσαντες ἑαυτοὺς ἱερῷ τινι σχήματι | Μτφρ.: ντυμένοι με στολή ταιριαστή σε θεό κατέρχονται (στο μαντείο του Τροφωνίου)… έχοντας περιβληθεί με κάποιου είδους θεϊκή ενδυμασία) |
- Σχόλια στις Νεφέλες του Αριστοφάνη που περιγράφουν το μαντείο (1)
| Χρηστήριόν έστι ἐν Λεβαδείᾳ, ὅ τινες καταβάσιον καλοῦσι · στόμιον γὰρ τί ἐστιν ὡς τὰ ἄκρα δύνασθαι μόνα τῶν ποδῶν χωρῆσαι. Οἱ οὖν τῷ θεῷ χρώμενοι ἁγνεύσαντες πρῶτον ὡρισμένας ἡμέρας καὶ κοσμήσαντες ἑαυτοὺς ἱερῷ τινι σχήματι καὶ ἀμφοτέραις ταῖς χερσὶ μάζας λαβόντες οὕτω καθίζουσιν ἐπὶ τὸ στόμιον καὶ αἰφνίδιον ἁρπάζονται καὶ καταδύουσιν ὑπὸ τῆς γῆς. Τὰς δὲ μάζας λαμβάνουσιν ὑπὲρ τοῦ μὴ ἀδικηθῆναι ὑπὸ τῶν συναντωμένων ὄφεων, ἀλλ’ ἐκείνας αὐτοῖς παραβάλλειν τροφήν. | Μτφρ.: στη Λιβαδειά βρίσκεται ένα χρηστήριο το οποίο λένε ότι οδηγεί προς τον κάτω κόσμο. Το στόμιό του είναι τέτοιο που μόνο τα άκρα των ποδιών μπορούν να χωρέσουν . αυτοί που έρχονται να πάρουν μαντεία από τον θεό, αφού εξαγνιστούν πρώτα για καθορισμένες ημέρες και ντυθούν με μια ιερή φορεσιά και πάρουν και στα δύο χέρια τους πίτες, κάθονται στο στόμιο και αιφνιδίως αρπάζονται και βυθίζονται κάτω από τη γη. Τις πίτες τις παίρνουν για να μην πάθουν κακό από τα φίδια που συναντούν, αλλά εκείνες τους ρίχνουν ως τροφή. |
- Σχόλια στις Νεφέλες του Αριστοφάνη που περιγράφουν το μαντείο (2)
| ὁ Τροφώνιος ἐγένετο λιθοξόος ἄριστος ὃς κατεσκεύασεν ἱερὸν ἐν Λεβαδείᾳ τῆς Βοιωτίας ὑπὸ τὴν γῆν καὶ καλεῖται Τροφωνίου. Ἐκεῖ οὖν οἱ μυούμενοι καθέζονται ἐπὶ τοῦ στόματος γυμνοὶ καὶ ἁρπάζονται ὑπό τινων πνευμάτων καὶ φέρονται ὑπὸ τὴν γῆν. Ἐπειδή δὲ ἀπαντῶσι δαίμονες καὶ ὄφεις καὶ ἄλλα τινὰ ἑρπετά, βαστάζουσι πλακοῦντά τινα καὶ ῥίπτουσιν ἐπὶ τῷ ἐκφυγεῖν, καὶ μετὰ τὴν μύησιν δι’ ἄλλου στόματος ἀναρριπτοῦνται. | Μτφρ. : ο Τροφώνιος ήταν ένας κτίστης που κατασκεύασε ιερό υπόγειο στη Λιβαδειά της Βοιωτίας και το ονόμασε Τροφώνιο. Εκεί λοιπόν οι μυούμενοι κάθονται γυμνοί στο στόμιο και αρπάζονται από κάποια πνεύματα και οδηγούνται κάτω από τη γη. Και επειδή τους συναντούν δαίμονες και φίδια και κάποια άλλα ερπετά, κρατούν μία πίττα και τους τη ρίχνουν για να ξεφύγουν. Μετά τη μύηση βγαίνουν στην επιφάνεια από άλλο στόμιο. |
- Σχόλια στις Νεφέλες του Αριστοφάνη (παροιμία)
| ἐς Τροφωνίου μεμαντεύεται: παροιμία ὲπὶ τῶν ἀγέλαστων καὶ συνωφρυωμένων | Μτφρ.: Στου Τροφωνίου έχει πάρει μαντεία. Παροιμία για τους αγέλαστους και συνοφρυωμένους |
- Σχόλια στις Νεφέλες του Αριστοφάνη για την ανακάλυψη του μαντείου
| ὕστερον Βοιωτοῖς λιμώττουσιν ἔχρησε ὁ θεὸς Τροφώνιον τιμᾶν · οἱ δέ, ἀγνοοῦντες ὅπῃ εἴη τὸ μνῆμα, σμήνει μελισσῶν περιέτυχον ἐξ ὑπόρρωγός τινος ἀνιουσῶν· καὶ στοχασάμενοι τοῦτον εἶναι τὸν τόπον ἔκριναν ἐκεῖσε δεῖν τινα κατελθεῖν θεασόμενον · ὃς εὑρὼν δύο δράκοντας προσήνεγκε μελιτούττας καὶ οὐκ ἠδικήθη ἐξ οὗ τὸ ἔθος ἐγένετο . | Μτφρ.: ύστερα στους Βοιωτούς που υπέφεραν από λιμό έδωσε χρησμό ο θεός να τιμούν τον Τροφώνιο. Αυτοί μη γνωρίζοντας που βρισκόταν το μνήμα του, συνάντησαν ένα σμήνος μελισσών να ανεβαίνει από μία υπόγεια ρωγμή. Επειδή σκέφτηκαν ότι εκείνος είναι ο τόπος, έκριναν ότι πρέπει να κατέβει κάποιος να τον ελέγξει . αυτός συνάντησε δύο φίδια που τους έδωσε να φάνε μελόπιτες και έτσι δεν τον έβλαψαν, εξ ου και δημιουργήθηκε η συνήθεια |
- Σχόλια στις Νεφέλες του Αριστοφάνη για την κλοπή του χρυσού/μια διαφορετική εκδοχή
| Ἀγαμήδης ἄρχων Στυμφήλου, σύζυγος Ἐπικάστης, ἧς παῖς ἦν Τροφώνιος, σκότιος. Οὗτοι τοὺς τότε πάντας ὑπερεβάλλοντο εὐτεχνίᾳ, τόν τε ἐν Δελφοῖς Ἀπόλλωνος ναὸν ἠργολάβησαν, ἐν Ἤλιδι δὲ ταμιεῖον χρυσοῦν κατεσκεύασαν Αὐγείᾳ· ᾧ καταλείψαντες ἁρμὸν λίθινον νυκτὸς εἰσιόντες ἔκλεπτον τῶν χρημάτων ἅμα Κερκυόνι, ὃς ἦν γνήσιος Ἀγαμήδους καὶ Ἐπικάστης υἰός. Ὡς δὲ ἠπόρει λίαν Αὐγείας ἐπιδημήσαντα Δαίδαλον αὐτόσε κατὰ φυγὴν Μίνωος ἐλιτάνευσε ἐξιχνεῦσαι τὸν φῶρα. Ὁ δὲ παγίδας ἔστησεν, αἷς περιπεσὼν Ἀγαμήδης ἀναιρεῖται. Τροφώνιος δὲ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ τεμὼν πρὸς τὸ μὴ γνωρίσεσθαι ἅμα Κερκυόνι φεύγει εἰς Ὀρχομενόν. Αὐγείου δὲ κατὰ κέλευσιν Δαιδάλου πρὸς τὴν τῶν αἱμἀτων ἔκλυσιν ἐπιδιώκοντος καταφεύγουσιν ὁ μὲν Κερκύων εἰς Ἀθήνας … ὁ δὲ ἕτερος εἰς Λεβάδειαν τῆς Βοιωτίας, οὗ κατωρυχὴν ποιησάμενος οἴκησιν διετέλει. Τελευτήσαντος δὲ αὐτοῦ μαντεῖον ἀτρεκὲς ἐφάνη αὐτόσε· καὶ θύουσιν αὐτῷ ὡς θεῷ. | Μτφρ.: ο Αγαμήδης, ο άρχοντας της Στυμφάλου, ήταν σύζυγος της Επικάστης, της οποίας γιος ήταν ο Τροφώνιος ο νόθος. Αυτοί όλους τους τότε ξεπερνούσαν στη μαστοριά και τον ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς ανέλαβαν να κατασκευάσουν έναντι αμοιβής, ενώ στην Ήλιδα κατασκεύασαν ένα θησαυροφυλάκιο για τον χρυσό του βασιλιά Αυγεία· σε αυτό άφησαν χαλαρό ένα στερέωμα της πόρτας λίθινο και τη νύχτα έμπαιναν κρυφά και έκλεβαν ένα μέρος από τα χρήματα μαζί με τον Κερκύονα που ήταν γνήσιος γιος του Αγαμήδη και της Επικάστης. Ευρισκόμενος σε μεγάλη απορία ο Αυγείας, όταν κάποτε ο Δαίδαλος που είχε ξεφύγει από τον Μίνωα ήρθε να μείνει εκεί , τον ικέτευσε να ανακαλύψει τον κλέφτη. Αυτός έστησε παγίδες , στις οποίες έπεσε ο Αγαμήδης και έχασε τη ζωή του. ο Τροφώνιος έκοψε το κεφάλι του για να μην αναγνωριστεί και μαζί με τον Κερκύονα φεύγει για τον Ορχομενό. Επειδή ο Αυγείας τους καταδίωκε, με προτροπή του Δαιδάλου που του είπε να ακολουθήσει τα ίχνη των αιμάτων, καταφεύγουν ο Κερκύων στην Αθήνα και ο άλλος στη Λιβαδειά της Βοιωτίας, όπου, αφού κατασκεύασε μια υπόγεια κατοικία, ζούσε σε αυτή. Όταν αυτός πέθανε, ένα μαντείο αλάνθαστο εμφανίστηκε σε αυτό το σημείο και έτσι θυσιάζουν σε αυτόν όπως σε θεό. |
Β) περιγραφή
- Ησύχιος, Γλῶσσαι
| Λεβάδεια: πόλις Βοιωτίας, ἔνθα καὶ μαντεῖον Διὸς [τὸ] ἱερὸν κατεσκεύαστο | Λιβαδειά: πόλη της Βοιωτίας όπου είχε κατασκευαστεί και μαντείο του Δία ιερό |
- Σουΐδας
| Λιβαδία · πόλις τῆς Βοιωτίας | Λιβαδειά: Πόλη της Βοιωτίας |