Αλαλκομενές
Αρχαίοι χρόνοι
Α) θρησκεία
- Παυσανίας, Βοιωτικά, ΙΧ, 1-9
| Ἥραν ἐφ’ ὅτῳ δὴ πρὸς τὸν Δία ὠργισμένην ἐς Εὔβοιάν φασιν ἀναχωρῆσαι, Δία δέ, ὡς οὐκ ἔπειθεν αὐτήν, παρὰ Κιθαιρῶνα λέγουσιν ἐλθεῖν δυναστεύοντα ἐν Πλαταιαῖς τότε· εἶναι γὰρ τὸν Κιθαιρῶνα οὐδενὸς σοφίαν ὕστερον. οὗτος οὖν κελεύει τὸν Δία ἄγαλμα ξύλου ποιησάμενον ἄγειν ἐπὶ βοῶν ζεύγους ἐγκεκαλυμμένον, λέγειν δὲ ὡς ἄγοιτο γυναῖκα Πλάταιαν τὴν Ἀσωποῦ. καὶ ὁ μὲν ἔπρασσε κατὰ τὴν παραίνεσιν τοῦ Κιθαιρῶνος· Ἥρα δὲ ἐπέπυστό τε αὐτίκα καὶ αὐτίκα ἀφίκετο. ὡς δὲ ἐπλησίαζε τῇ ἁμάξῃ καὶ τοῦ ἀγάλματος τὴν ἐσθῆτα περιέῤῥηξεν, ἥσθη τε τῇ ἀπάτῃ ξόανον εὑροῦσα ἀντὶ νύμφης γυναικὸς καὶ διαλλαγὰς ποιεῖται πρὸς τὸν Δία. ἐπὶ ταύταις ταῖς διαλλαγαῖς Δαίδαλα ἑορτὴν ἄγουσιν, ὅτι οἱ πάλαι τὰ ξόανα ἐκάλουν δαίδαλα· ἐκάλουν δὲ ἐμοὶ δοκεῖν πρότερον ἔτι ἢ Δαίδαλος ὁ Παλαμάονος ἐγένετο Ἀθήνῃσι, τούτῳ δὲ ὕστερον ἀπὸ τῶν δαιδάλων ἐπίκλησιν γενέσθαι δοκῶ καὶ οὐκ ἐκ γενετῆς τεθῆναι τὸ ὄνομα. Δαίδαλα οὖν ἄγουσιν οἱ Πλαταιεῖς ἑορτὴν δι’ ἔτους ἑβδόμου μέν, ὡς ἔφασκεν ὁ τῶν ἐπιχωρίων ἐξηγητής, ἀληθεῖ μέντοι λόγῳ δι’ ἐλάσσονος καὶ οὐ τοσούτου χρόνου· ἐθελήσαντες δὲ ἀπὸ Δαιδάλων ἐς Δαίδαλα ἕτερα ἀναριθμῆσαι τὸν μεταξὺ χρόνον ἐς τὸ ἀκριβέστατον οὐκ ἐγενόμεθα οἷοί τε. ἄγουσι δὲ οὕτω τὴν ἑορτήν. δρυμός ἐστιν Ἀλαλκομενῶν οὐ πόῤῥω · μέγιστα τῶν ἐν Βοιωτίᾳ στελέχη δρυῶν ἐστιν ἐνταῦθα. ἐς τοῦτον οἱ Πλαταιεῖς ἀφικόμενοι τὸν δρυμὸν προτίθενται μοίρας κρεῶν ἑφθῶν. ὄρνιθες δὲ οἱ μὲν ἄλλοι σφίσιν ἥκιστά εἰσι δι’ ὄχλου, τῶν κοράκων δὲ–οὗτοι γάρ σφισιν ἐπιφοιτῶσιν–ἔχουσιν ἀκριβῆ τὴν φρουράν. τὸν δὲ αὐτῶν ἁρπάσαντα κρέας, ἐφ’ ὅτῳ τῶν δένδρων καθεδεῖται, φυλάσσουσιν. ἐφ’ οὗ δ’ ἂν καθεσθῇ, τεμόντες ποιοῦσιν ἀπὸ τούτου τὸ δαίδαλον ·δαίδαλον γὰρ δὴ καὶ τὸ ξόανον αὐτὸ ὀνομάζουσι. ταύτην μὲν ἰδίᾳ οἱ Πλαταιεῖς ἑορτὴν ἄγουσι, Δαίδαλα μικρὰ ὀνομάζοντες· Δαιδάλων δὲ ἑορτὴν τῶν μεγάλων καὶ Βοιωτοί σφισι συνεορτάζουσι, δι’ ἑξηκοστοῦ δὲ ἄγουσιν ἔτους · ἐκλιπεῖν γὰρ τοσοῦτον χρόνον τὴν ἑορτήν φασιν, ἡνίκα οἱ Πλαταιεῖς ἔφευγον. ξόανα δὲ τεσσαρεσκαίδεκα ἕτοιμά σφισίν ἐστι κατ’ ἐνιαυτὸν ἕκαστον παρασκευασθέντα ἐν Δαιδάλοις τοῖς μικροῖς. ταῦτα ἀναιροῦνται κλήρῳ Πλαταιεῖς Κορωναῖοι Θεσπιεῖς Ταναγραῖοι Χαιρωνεῖς Ὀρχομένιοι Λεβαδεῖς Θηβαῖοι· διαλλαγῆναι γὰρ καὶ οὗτοι Πλαταιεῦσιν ἠξίωσαν καὶ συλλόγου μετασχεῖν κοινοῦ καὶ ἐς Δαίδαλα θυσίαν ἀποστέλλειν, ὅτε Κάσσανδρος ὁ Ἀντιπάτρου τὰς Θήβας ἀνῴκισε. τῶν δὲ πολισμάτων ὁπόσα ἐστὶν ἐλάσσονος λόγου, συντέλειαν αἱροῦνται. τὸ δὲ ἄγαλμα κομίσαντες παρὰ τὸν Ἀσωπὸν καὶ ἀναθέντες ἐπὶ ἅμαξαν, γυναῖκα ἐφιστᾶσι νυμφεύτριαν· οἱ δὲ αὖθις κληροῦνται καθ’ ἥντινα τάξιν τὴν πομπὴν ἀνάξουσι ·τὸ δὲ ἐντεῦθεν τὰς ἁμάξας ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ πρὸς ἄκρον τὸν Κιθαιρῶνα ἐλαύνουσιν. εὐτρέπισται δέ σφισιν ἐπὶ τῇ κορυφῇ τοῦ ὄρους βωμός, ποιοῦσι δὲ τρόπῳ τοιῷδε τὸν βωμόν: ξύλα τετράγωνα ἁρμόζοντες πρὸς ἄλληλα συντιθέασι κατὰ ταὐτὰ καὶ εἰ λίθων ἐποιοῦντο οἰκοδομίαν, ἐξάραντες δὲ ἐς ὕψος φρύγανα ἐπιφέρουσιν. αἱ μὲν δὴ πόλεις καὶ τὰ τέλη θήλειαν θύσαντες τῇ Ἥρᾳ βοῦν ἕκαστοι καὶ ταῦρον τῷ Διὶ τὰ ἱερεῖα οἴνου καὶ θυμιαμάτων πλήρη καὶ τὰ δαίδαλα ὁμοῦ καθαγίζουσιν ἐπὶ τοῦ βωμοῦ, ἰδιῶται δὲ ὁπόσα θύουσιν οἱ πλούσιοι·τοῖς δὲ οὐχ ὁμοίως δυναμις τὰ λεπτότερα τῶν προβάτων θύειν καθέστηκε, καθαγίζειν δὲ τὰ ἱερεῖα ὁμοίως πάντα. σὺν δέ σφισι καὶ αὐτὸν τὸν βωμὸν ἐπιλαβὸν τὸ πῦρ ἐξανήλωσε ·μεγίστην δὲ ταύτην φλόγα καὶ ἐκ μακροτάτου σύνοπτον οἶδα ἀρθεῖσαν. ὑπὸ δὲ τῆς κορυφῆς, ἐφ’ ᾗ τὸν βωμὸν ποιοῦνται, πέντε που μάλιστα καὶ δέκα ὑποκαταβάντι σταδίους νυμφῶν ἐστιν ἄντρον Κιθαιρωνίδων, Σφραγίδιον μὲν ὀνομαζόμενον, μαντεύεσθαι δὲ τὰς νύμφας τὸ ἀρχαῖον αὐτόθι ἔχει λόγος. | Μτφρ.: Λένε ότι η Ήρα οργισμένη για κάποιον λόγο με τον Δία αναχώρησε για την Εύβοια και ο Δίας, επειδή δεν μπορούσε να την πείσει να γυρίσει, λένε ότι πήγε στον Κιθαιρώνα που ήταν τότε ο ηγεμόνας των Πλαταιών · γιατί ο Κιθαιρώνας δεν ήταν κατώτερος κανενός στη σοφία. Αυτός λοιπόν συμβουλεύει τον Δία να φτιάξει ένα άγαλμα από ξύλο, να το βάλει σκεπασμένο σε μια άμαξα που θα τη σέρνει ένα ζευγάρι βόδια και να διαδώσει ότι παντρεύεται την Πλάταια, την κόρη του Ασωπού. Και αυτός ακολούθησε την παραίνεση του Κιθαιρώνα· η Ήρα αμέσως το πληροφορήθηκε και αμέσως έφτασε εκεί. Καθώς πλησίαζε στην άμαξα και έσκισε το κάλυμμα του αγάλματος, χάρηκε με την απάτη, αφού είδε ότι δεν υπήρχε γυναίκα νύφη αλλά ένα ξόανο, και συμφιλιώνεται με τον Δία. Σε ανάμνηση αυτής της συμφιλίωσης διεξάγουν τη γιορτή «Δαίδαλα», γιατί οι παλιοί τα ξόανα τα ονόμαζαν δαίδαλα. Και νομίζω ότι τα ονόμαζαν έτσι πριν ακόμα γεννηθεί στην Αθήνα ο Δαίδαλος, ο γιος του Παλαμάονος, και νομίζω ότι σε αυτόν δόθηκε αργότερα από τα δαίδαλα η ονομασία αυτή και δεν είχε το όνομα αυτό εκ γενετής. Τα Δαίδαλα λοιπόν διεξάγουν οι Πλαταιείς κάθε έβδομο χρόνο, όπως υποστήριζε ο ντόπιος ξεναγός, αλλά στην πραγματικότητα σε μικρότερο και όχι τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Όταν όμως θέλησα να υπολογίσω με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια τον χρόνο από τη μία γιορτή των Δαιδάλων στην άλλη, δεν μπόρεσα. Η γιορτή γίνεται με αυτόν τον τρόπο: υπάρχει ένα δάσος κοντά στις Αλαλκομενές. Οι πιο μεγάλοι κορμοί δρυών βρίσκονται εκεί. Σε αυτό το δάσος έρχονται οι Πλαταιείς και σκορπίζουν μερίδες βρασμένων κρεάτων. Τα άλλα πουλιά ελάχιστα τους απασχολούν, αλλά για τα κοράκια – γιατί για αυτά πηγαίνουν εκεί – στήνουν προσεκτικούς φρουρούς. Όταν κάποιο από αυτά αρπάξει το κρέας, παρατηρούν σε ποιο δέντρο θα καθίσει. Και σε όποιο καθίσει, το κόβουν και κατασκευάζουν από αυτό το δαίδαλο· γιατί και το ίδιο το ξόανο το ονομάζουν δαίδαλο. αυτή τη γιορτή τη γιορτάζουν μόνοι τους οι Πλαταιείς και την ονομάζουν « Μικρά Δαίδαλα». Τη γιορτή όμως των «Μεγάλων Δαιδάλων» τη γιορτάζουν μαζί τους και οι Βοιωτοί και τη διεξάγουν κάθε εξηκοστό έτος, γιατί λένε ότι για τόσα χρόνια ξ γιορτή είχε σταματήσει, όταν οι Πλαταιείς ήταν εξόριστοι. Είναι έτοιμα για αυτούς δεκατέσσερα ξόανα, τα οποία έχουν κατασκευαστεί για τα «Μικρά Δαίδαλα» που τελούνται κάθε χρόνο. Αυτά τα παίρνουν με κλήρο οι Πλαταιείς, οι Κορωναίοι, οι Θεσπιείς, οι Ταναγραίοι, οι Χαιρωνείς, οι Ορχομένιοι, οι Λεβαδείς και οι Θηβαίοι. Αυτοί οι τελευταίοι αξίωσαν να συμφιλιωθούν με τους Πλαταιείς και να συμμετάσχουν στον κοινό σύλλογο και να στέλνουν θυσία στα Δαίδαλα, από τότε που ο Κάσσανδρος ο γιος του Αντίπατρου, ανοικοδόμησε τη Θήβα. Οι μικρότερες πόλεις που δεν είναι άξιες λόγου με κοινή συνεισφορά παίρνουν κατόπιν κλήρωσης ξόανα. Αφού μεταφέρουν το άγαλμα δίπλα στον Ασωπό και το τοποθετούν σε άμαξα, τοποθετούν δίπλα του και μια γυναίκα ως παράνυμφο. Αμέσως μετά τραβούν κλήρο για το ποια σειρά θα έχουν στην πομπή. Από το σημείο εκείνο του ποταμού οδηγούν τις άμαξες στην κορυφή του Κιθαιρώνα. Έχει προετοιμαστεί για αυτούς βωμός στην κορυφή του όρους, τον οποίο κατασκευάζουν με αυτό τον τρόπο: τοποθετούν το ένα πάνω στο άλλο ξύλα τετράγωνα που τα ταιριάζουν μεταξύ τους, με τον ίδιο τρόπο σαν να χτίζουν οικοδόμημα από πέτρες, και αφού σηκώσουν σε ύψος το οικοδόμημα, τοποθετούν από πάνω φρύγανα. Αφού κάθε πόλη και οι άρχοντές της θυσιάσουν στην Ήρα μια αγελάδα και ένα ταύρο στον Δία, τα σφάγια γεμάτα με κρασί και θυμιάματα και τα δαίδαλα μαζί τα καίνε πάνω στον βωμό, ενώ και οι πλούσιοι πολίτες θυσιάζουν αντίστοιχα. Αυτοί πάλι που δεν έχουν ίδια οικονομική δύναμη συνηθίζεται να θυσιάζουν μικρότερα πρόβατα. Και μαζί με αυτά η φλόγα που εξαπλώνεται καίει και τον ίδιο τον βωμό. Και γνωρίζω ότι η φλόγα αυτή που υψώνεται ψηλά είναι ορατή από πάρα πολύ μακριά. Κάτω από την κορυφή στην οποία κατασκευάζουν τον βωμό αυτός που κατεβαίνει περίπου δεκαπέντε στάδια συναντά το άντρο των Κιθαιρωνίδων Νυμφών, το ονομαζόμενο Σφραγίδιο, όπου κατά την παράδοση έδιναν μαντείες κατά την αρχαιότητα οι Νύμφες. |
- Παυσανίας , Βοιωτικά, ΙΧ, 33, 5-7
| ἀπωτέρω δὲ τῆς κώμης ἐπεποίητο ἐν τῷ χθαμαλῷ τῆς Ἀθηνᾶς ναὸς καὶ ἄγαλμα ἀρχαῖον ἐλέφαντος. …(Σύλλας) καὶ ἐν ταῖς Ἀλαλκομεναῖς, τῆς Ἀθηνᾶς τὸ ἄγαλμα αὐτὸ συλήσας. ..τὸ δὲ ἱερὸν ἐν ταῖς Ἀλαλκομεναῖς ἠμελήθη τὸ ἀπὸ τοῦδε ἅτε ἠρημωμένον τῆς θεοῦ. ἐγένετο δὲ καὶ ἄλλο ἐπ’ ἐμοῦ τοιόνδε ἐς κατάλυσιν τοῦ ναοῦ: κισσός οἱ προσπεφυκὼς μέγας καὶ ἰσχυρὸς διέλυσεν ἐκ τῶν ἁρμονιῶν καὶ διέσπα τοὺς λίθους ἀπ’ ἀλλήλων. | Μτφρ.: λίγο πιο πέρα από την κώμη, σε πεδινό χώρο, βρίσκεται ναός της Αθηνάς και άγαλμά της αρχαίο ελεφάντινο… (ο Σύλλας) και το άγαλμα στις Αλαλκομενές σύλησε … και το ιερό από τότε που ερημώθηκε από το άγαλμα της θεάς παραμελήθηκε . Έγινε και κάτι άλλο στις μέρες μου που συνέβαλε στην καταστροφή του ναού. Κισσός φύτρωσε σε αυτόν, μεγάλος και δυνατός και διέλυσε τους αρμούς και ξεκόλλησε τους λίθους μεταξύ τους.
|
- Όμηρος, Ιλιάδα, Δ,4
| «δοιαὶ μὲν Μενελάῳ ἀρηγόνες εἰσὶ θεάων, Ἥρη τ᾽ Ἀργείη καὶ Ἀλαλκομενηῒς Ἀθήνη». |
Μτφρ.: δύο θεές είναι βοηθοί του Μενελάου, η Αργεία Ήρα και η Αλαλκομένια Αθηνά. |
- Στράβων, 2,36
| Ἀλαλκομενῶν τοίνυν μέμνηται ὁ ποιητής, ἀλλ᾽ οὐκ ἐν καταλόγωι «Ἥρη τ᾽ Ἀργείη καὶ Ἀλαλκομενηὶς Ἀθήνη.» ἔχει δ᾽ ἀρχαῖον ἱερὸν Ἀθηνᾶς σφόδρα τιμώμενον, καί φασί γε τὴν θεὸν γεγενῆσθαι ἐνθάδε, καθάπερ καὶ τὴν Ἥραν ἐν Ἄργει, καὶ διὰ τοῦτο τὸν ποιητὴν ὡς ἀπὸ πατρίδων τούτων ἀμφοτέρας οὕτως ὀνομάσαι. Διὰ τοῦτο δ᾽ ἴσως οὐδ᾽ ἐν τῶι καταλόγωι μέμνηται τῶν ἐνταῦθα ἀνδρῶν, ἐπειδὴ ἱεροὶ ὄντες παρεῖντο τῆς στρατείας. Καὶ γὰρ καὶ ἀπόρθητος ἀεὶ διετέλεσεν ἡ πόλις, οὔτε μεγάλη οὖσα οὔτ᾽ ἐν εὐερκεῖ χωρίωι κειμένη, ἀλλ᾽ ἐν πεδίωι· τὴν δὲ θεὸν σεβόμενοι πάντες ἀπείχοντο πάσης βίας, ὥστε καὶ Θηβαῖοι κατὰ τὴν τῶν Ἐπιγόνων στρατείαν ἐκλιπόντες τὴν πόλιν ἐκεῖσε λέγονται καταφεύγειν καὶ εἰς τὸ ὑπερκείμενον ὄρος ἐρυμνὸν τὸ Τιλφώσσιον, ὑφ᾽ ὧι Τιλφῶσσα κρήνη καὶ τὸ τοῦ Τειρεσίου μνῆμα ἐκεῖ τελευτήσαντος κατὰ τὴν φυγήν. | Μτφρ.: στις Αλαλκομενές κάνει μνεία ο ποιητής, αλλά όχι στον Κατάλογο: «Η Αργεία Ήρα και η Αλαλκομένια Αθηνά». Εδώ βρίσκεται αρχαίο ιερό της Αθηνάς που το τιμούν εξαιρέτως, και λένε ότι η θεά γεννήθηκε εδώ, όπως και η Ήρα στο Άργος, και για αυτό τον λόγο ο ποιητής τις ονόμασε και τις δύο από τις πατρίδες τους. Για αυτό ίσως και στον Κατάλογο κάνει μνεία των εδώ ανδρών, επειδή αν και ήταν ιεροί πήραν μέρος στην εκστρατεία. και σε όλα τα χρόνια ήταν απόρθητη η πόλη, παρόλο που δεν ήταν μεγάλη ούτε τοποθετημένη σε οχυρή περιοχή, αλλά σε πεδιάδα. Από σεβασμό στη θεά όλοι απείχαν από κάθε μορφή βίας, ώστε και οι Θηβαίοι, όταν κατά την εκστρατεία των Επιγόνων εγκατέλειψαν την πόλη τους, προς τα εκεί λέγεται ότι κατέφυγαν και στο υπερκείμενο οχυρωμένο όρος Τυλφώσσιο, κάτω από το οποίο βρίσκεται η Τιλφώσσα κρήνη και το μνήμα του Τειρεσία που πέθανε εκεί στη διάρκεια της φυγής. |
Β) καταγωγή
- Παυσανίας, Βοιωτικά, ΙΧ, 33, 5
| Ἀλαλκομεναὶ δὲ κώμη μέν ἐστιν οὐ μεγάλη, κεῖται δὲ ὄρους οὐκ ἄγαν ὑψηλοῦ πρὸς τοῖς ποσὶν ἐσχάτοις. γενέσθαι δὲ αὐτῇ τὸ ὄνομα μὲν ἀπὸ Ἀλαλκομενέως ἀνδρὸς αὐτόχθονος, ὑπὸ τούτου δὲ Ἀθηνᾶν τραφῆναι λέγουσιν· οἱ δὲ εἶναι καὶ τὴν Ἀλαλκομενίαν τῶν Ὠγύγου θυγατέρων φασίν. | Μτφρ.: οι Αλαλκομενές είναι μία κώμη όχι πολύ μεγάλη που βρίσκεται στις υπώρειες ενός βουνού όχι πολύ υψηλού. Το όνομά της το πήρε από έναν ντόπιο άνδρα, τον Αλαλκομενέα, από τον οποίο λένε ότι ανατράφηκε η Αθηνά ·κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι η Αλαλκομενία ήταν μία από της θυγατέρες του Ωγύγη. |
Γ) τοποθεσία
- Παυσανίας, Βοιωτικά, ΙΧ, 33, 7
| ῥεῖ δὲ καὶ ποταμὸς ἐνταῦθα οὐ μέγας χείμαῤῥος: ὀνομάζουσι δὲ Τρίτωνα αὐτόν, ὅτι τὴν Ἀθηνᾶν τραφῆναι παρὰ ποταμῷ Τρίτωνι ἔχει λόγος, ὡς δὴ τοῦτον τὸν Τρίτωνα ὄντα καὶ οὐχὶ τὸν Λιβύων, ὃς ἐς τὴν πρὸς Λιβύῃ θάλασσαν ἐκδίδωσιν ἐκ τῆς Τριτωνίδος λίμνης. | Μτφρ.: ρέει εδώ ένας μικρός χείμαρρος που τον ονομάζουν Τρίτωνα, γιατί υπάρχει ο μύθος ότι η Αθηνά ανατράφηκε κοντά στον ποταμό Τρίτωνα και αυτός είναι ετούτος ο Τρίτωνας και όχι εκείνος που στη Λιβύη που εκβάλλει στη θάλασσα από την Τριτωνίδα λίμνη. |
Δ) μυθολογία
- Πλούταρχος, Αίτια Ελληνικά, 43
| Πόθεν ἡ τῶν Ἰθακησίων πόλις Ἀλαλκομεναὶ προσηγορεύθη;
Διὰ τὸ τὴν Ἀντίκλειαν ὑπὸ Σισύφου βιασθεῖσαν ἐν τῇ παρθενίᾳ τὸν Ὀδυσσέα συλλαβεῖν· ὑπὸ πλειόνων δ´ ἐστὶν εἰρημένον. Ἴστρος δ´ ὁ Ἀλεξανδρεὺς ἐν ὑπομνήμασι προσιστόρηκεν, ὅτι τῷ Λαέρτῃ δοθεῖσα πρὸς γάμον καὶ ἀναγομένη περὶ τὸ Ἀλαλκομένειον ἐν τῇ Βοιωτίᾳ τὸν Ὀδυσσέα τέκοι, καὶ διὰ τοῦτ´ ἐκεῖνος ὥσπερ μητροπόλεως ἀναφέρων τοὔνομα τὴν ἐν Ἰθάκῃ πόλιν οὕτω φησὶ προσαγορεύεσθαι. |
Μτφρ.: Από πού η πόλη της Ιθάκης ονομάστηκε Αλαλκομεναί: Εξαιτίας της Αντίκλειας που βιάστηκε από τον Σίσυφο χάνοντας την παρθενία της και συλλαμβάνοντας τον Οδυσσέα· από πολλούς λέγεται αυτή η ιστορία. Ο Ίστρος ο Αλεξανδρεύς στα Υπομνήματά του ιστορεί επιπλέον ότι δόθηκε σε γάμο στον Λαέρτη και καθώς βρισκόταν κοντά στο Αλαλκομένειο ιερό στη Βοιωτία, γέννησε τον Οδυσσέα και για αυτό εκείνος ονόμασε έτσι την πόλη στην Ιθάκη από την πόλη της μητέρας του. |
Χριστιανικοί χρόνοι
Α) Περιγραφή
- Σουΐδας
| ἀπιθής ὁ δυσχερὴς καὶ δυσανάβατος τοῖς βαίνειν ἐθέλουσιν. Ἀλαλκομεναὶ πόλις ἐστί · καὶ ἀκούω αὐτὴν μήτε ἐφ’ ὑψηλοῦ κεῖσθαι καὶ ἀπιθοῦς λόφου μήτε τειχῶν περίβολον ἔχειν. | Μτφρ.: ο συντάκτης εξηγεί ότι η λέξη ἀπιθής σημαίνει τον τραχύ και δύσκολο στην ανάβαση τόπο. Για παράδειγμα φέρνει την εξής φράση: οι Αλαλκομενές είναι μία πόλη · έχω ακούσει ότι δεν είναι χτισμένη ούτε σε υψηλό και τραχύ λόφο ούτε περιβάλλεται από τείχη. |