Άγιος Βλάσιος – Πανοπέας
Αρχαίοι χρόνοι
Α) Θρησκεία
- Επιγραφή
| Ἐπὶ Ἐπαρμᾶι | Μτφρ. : Για τον Επαρμά (επιτύμβια στήλη) |
- Στράβων, Γεωγραφικών Θ΄, 12
| Καθ’ ὅν χρόνον Ἀπόλλωνα τὴν γῆν ἐπιόντα ἡμεροῦν τοὺς ἀνθρώπους ἀπό τε τῶν ἠμέρων καρπῶν καὶ τῶν βίων, ἐξ Ἀθηνῶν δ’ ὁρμηθέντα ἐπὶ Δελφοὺς ταύτην ἰέναι ὁδόν, ᾗ καὶ νῦν Ἀθηναῖοι τὴν Πυθιάδα πέμπουσι · γενόμενον δὲ κατὰ Πανοπἐας Τιτυὸν καταλῦσαι ἔχοντα τὸν τόπον, βίαιον ἄνδρα καὶ παράνομον. | Μτφρ.: εκείνο τον καιρό ο Απόλλων κατέβηκε στη γη και εκπολίτιζε τους ανθρώπους διδάσκοντάς τους την καλλιέργεια τον καρπών και τον πολιτισμένο τρόπο ζωής, αφού ξεκίνησε από την Αθήνα και πήρε τον ίδιο δρόμο , από τον οποίο και τώρα οι Αθηναίοι στέλνουν την αποστολή τους στην Πυθία. Όταν έφτασε στους Πανοπείς, σκότωσε τον Τιτυό που κατείχε τον τόπο, άνδρα βίαιο και άνομο. |
Β) μνημεία
- Πλούταρχος, Λύσανδρος, 29
| τὸν δὲ Λύσανδρον ᾗ πρῶτον κομίζοντες ὑπὲρ τοὺς ὅρους ἐγένοντο τῆς Βοιωτίας ἐν φίλῃ καὶ συμμαχίδι χώρᾳ τῇ Πανοπέων κατέθεσαν, οὗ νῦν τὸ μνημεῖόν ἐστι παρὰ τὴν ὁδὸν εἰς Χαιρώνειαν ἐκ Δελφῶν πορευομένοις. | Μτφρ.: Τον Λύσανδρο, εκεί που πρώτα τον μετέφεραν πάνω από το βουνό στη φιλική και σύμμαχο χώρα των Πανοπέων τον έθαψαν, όπου και τώρα βρίσκεται το μνημείο του κοντά στον δρόμο που οδηγεί από τη Χαιρώνεια στους Δελφούς. |
Γ) καταγωγή
- Όμηρος, Ιλιάδα Ψ 665…
| Ὣς ἔφατ᾽, ὄρνυτο δ᾽ αὐτίκ᾽ ἀνὴρ ἠΰς τε μέγας τε εἰδὼς πυγμαχίης, υἱὸς Πανοπῆος Ἐπειός, ἅψατο δ᾽ ἡμιόνου ταλαεργοῦ φώνησέν τε· «ἆσσον ἴτω ὅς τις δέπας οἴσεται ἀμφικύπελλον· ἡμίονον δ᾽ οὔ φημί τιν᾽ ἀξέμεν ἄλλον Ἀχαιῶν πυγμῇ νικήσαντ᾽, ἐπεὶ εὔχομαι εἶναι ἄριστος. ἦ οὐχ ἅλις ὅττι μάχης ἐπιδεύομαι; οὐδ᾽ ἄρα πως ἦν ἐν πάντεσσ᾽ ἔργοισι δαήμονα φῶτα γενέσθαι. ὧδε γὰρ ἐξερέω, τὸ δὲ καὶ τετελεσμένον ἔσται· ἀντικρὺ χρόα τε ῥήξω σύν τ᾽ ὀστέ᾽ ἀράξω. κηδεμόνες δέ οἱ ἐνθάδ᾽ ἀολλέες αὖθι μενόντων, οἵ κέ μιν ἐξοίσουσιν ἐμῇς ὑπὸ χερσὶ δαμέντα.» |
μτφρ. Στον λόγον του επετάχθη ευθύς άνδρας τρανός και ωραίος ο Πανοπείδης Επειός, εξαίσιος γρονθομάχος. Και πιάνοντας το εργατικό τετράποδο τους είπεν: «Εμπρός, όπου το δίκουπο ποτήρι θενά πάρει· και το πουλάρι εδώ κανείς με την γρονθομαχίαν δεν θα κερδίσει, ότ᾽ είμ᾽ εγώ στην τέχνην τούτην πρώτος. Δεν φθάνει που στον πόλεμον είμ᾽ ελλιπής; Και ποίος δύναται να είναι ποτέ σ᾽ όλα καλός τεχνίτης; Και ιδού το λέγω φανερά και άσφαλτ᾽ αυτό θα γίνει· τες σάρκες θα του σχίσω εγώ, τα κόκαλα να σπάσω, ώστε σιμά του ας στέκονται όσοι πονούν για κείνον από τα χέρια νεκρόν εδώθε να τον πάρουν». |
- Παυσανίας , Φωκικά, Χ, 4, 1
| καὶ γενέσθαι μὲν τῇ πόλει τὸ ὄνομα λέγουσιν ἀπὸ τοῦ Ἐπειοῦ πατρός, αὐτοὶ δὲ οὐ Φωκεῖς, Φλεγύαι δὲ εἶναι τὸ ἐξ ἀρχῆς καὶ ἐς τὴν γῆν διαφυγεῖν φασι τὴν Φωκίδα ἐκ τῆς Ὀρχομενίας. | Μτφρ. : λένε ότι η πόλη πήρε το όνομά της από τον πατέρα του Επειού και ότι αυτοί δεν ήταν Φωκείς στην αρχή αλλά Φλεγύες που διέφυγαν στη Φωκίδα από την περιοχή του Ορχομενού |
- Παυσανίας, Κορινθιακά, ΙΙ, 29,4
| Φώκῳ δὲ Ἄσιος ὁ τὰ ἔπη ποιήσας γενέσθαι φησὶ Πανοπέα καὶ Κρῖσον· καὶ Πανοπέως μὲν ἐγένετο Ἐπειὸς ὁ τὸν ἵππον τὸν δούρειον, ὡς Ὅμηρος ἐποίησεν ,ἐργασάμενος,… | Μτφρ.: Από τον Φώκο ο Άσιος που έγραψε έπη υποστηρίζει ότι γεννήθηκε ο Πανοπέας και ο Κρίσος· και από τον Πανοπέα γεννήθηκε ο Επειός, αυτός που κατασκεύασε τον δούρειο ίππο, όπως τον παρουσιάζει ο Όμηρος… |
Δ) μάχες
- Ηρόδοτος, 8, 34-35
| Παραποταμίους δὲ παραμειβόμενοι οἱ βάρβαροι ἀπίκοντο ἐς Πανοπέας. ἐνθεῦτεν δὲ ἤδη διακρινομένη ἡ στρατιὴ αὐτῶν ἐσχίζετο. τὸ μὲν πλεῖστον καὶ δυνατώτατον τοῦ στρατοῦ ἅμα αὐτῷ Ξέρξῃ πορευόμενον ἐπ᾽ Ἀθήνας ἐσέβαλε ἐς Βοιωτούς, ἐς γῆν τὴν Ὀρχομενίων. Βοιωτῶν δὲ πᾶν τὸ πλῆθος ἐμήδιζε, τὰς δὲ πόλις αὐτῶν ἄνδρες Μακεδόνες διατεταγμένοι ἔσῳζον, ὑπὸ Ἀλεξάνδρου ἀποπεμφθέντες. ἔσῳζον δὲ τῇδε, δῆλον βουλόμενοι ποιέειν Ξέρξῃ ὅτι τὰ Μήδων Βοιωτοὶ φρονέοιεν. [8.35.1] οὗτοι μὲν δὴ τῶν βαρβάρων ταύτῃ ἐτράποντο, ἄλλοι δὲ αὐτῶν ἡγεμόνας ἔχοντες ὁρμέατο ἐπὶ τὸ ἱρὸν τὸ ἐν Δελφοῖσι, ἐν δεξιῇ τὸν Παρνησσὸν ἀπέργοντες. ὅσα δὲ καὶ οὗτοι ἐπέσχον τῆς Φωκίδος, πάντα ἐσιναμώρεον· καὶ γὰρ τῶν Πανοπέων τὴν πόλιν ἐνέπρησαν καὶ Δαυλίων καὶ Αἰολιδέων. | Μτφρ.: Κι οι βάρβαροι προσπερνώντας τους Παραποταμίους έφτασαν στους Πανοπείς. Και αποκεί και πέρα το εκστρατευτικό τους σώμα χωρίστηκε στα δυο κι ακολούθησαν διαφορετική πορεία. Το μεγαλύτερο και ισχυρότερο μέρος του στρατού, συνεχίζοντας την πορεία του εναντίον της Αθήνας, μαζί με τον ίδιο τον Ξέρξη, έκανε εισβολή στη Βοιωτία, στην περιοχή του Ορχομενού. Κι οι Βοιωτοί μήδιζαν στο σύνολό τους· και Μακεδόνες που, σταλμένοι απ᾽ τον Αλέξανδρο, είχαν ταχθεί σε καθεμιά από τις πόλεις τους, εξασφάλιζαν τη σωτηρία τους. Και να πώς εξασφάλιζαν τη σωτηρία τους: έσπευδαν να δηλώσουν στον Ξέρξη πως οι Βοιωτοί ήταν με το μέρος των Περσών. [8.35.1] Λοιπόν, το σώμα αυτό των βαρβάρων ακολουθούσε αυτή την πορεία, ενώ άλλοι έχοντας μαζί τους οδηγούς ξεκίνησαν για το μαντείο των Δελφών, έχοντας στο δεξί τους χέρι τον Παρνασσό. Κι απ᾽ όσα μέρη της Φωκίδας πέρασαν κι αυτοί, όλα τα διαγούμιζαν· έτσι, πυρπόλησαν την πόλη των Πανοπέων και των Δαυλίων και των Λιλαιέων. |
- Θουκυδίδης 4, 89
| Τοῦ δ᾽ ἐπιγιγνομένου χειμῶνος εὐθὺς ἀρχομένου, ὡς τῷ Ἱπποκράτει καὶ Δημοσθένει στρατηγοῖς οὖσιν Ἀθηναίων τὰ ἐν τοῖς Βοιωτοῖς ἐνεδίδοτο καὶ ἔδει τὸν μὲν Δημοσθένη ταῖς ναυσὶν ἐς τὰς Σίφας ἀπαντῆσαι, τὸν δ᾽ ἐπὶ τὸ Δήλιον, γενομένης διαμαρτίας τῶν ἡμερῶν ἐς ἃς ἔδει ἀμφοτέρους στρατεύειν, ὁ μὲν Δημοσθένης πρότερον πλεύσας πρὸς τὰς Σίφας καὶ ἔχων ἐν ταῖς ναυσὶν Ἀκαρνᾶνας καὶ τῶν ἐκεῖ πολλοὺς ξυμμάχων, ἄπρακτος γίγνεται μηνυθέντος τοῦ ἐπιβουλεύματος ὑπὸ Νικομάχου ἀνδρὸς Φωκέως ἐκ Φανοτέως, ὃς Λακεδαιμονίοις εἶπεν, ἐκεῖνοι δὲ Βοιωτοῖς· [4.89.2] καὶ βοηθείας γενομένης πάντων Βοιωτῶν (οὐ γάρ πω Ἱπποκράτης παρελύπει ἐν τῇ γῇ ὤν) προκαταλαμβάνονται αἵ τε Σῖφαι καὶ ἡ Χαιρώνεια. | Μτφρ.: Μόλις άρχισε ο επόμενος χειμώνας και καθώς οι επιχειρήσεις στην Βοιωτία είχαν ανατεθεί στους Αθηναίους στρατηγούς Δημοσθένη και Ιπποκράτη, έπρεπε ο Δημοσθένης να πάει με τα καράβια του στις Σίφες και ο Ιπποκράτης να βαδίσει στο Δήλιον. Αλλά έγινε λάθος στην ημέρα που έπρεπε και οι δύο να ξεκινήσουν. Πρώτος έφτασε ο Δημοσθένης στις Σίφες, έχοντας στα καράβια του Ακαρνάνες και πολλούς άλλους συμμάχους της περιοχής, αλλά δεν μπόρεσε να επιτύχει τίποτε, γιατί το σχέδιο προδόθηκε από τον Φωκέα Νικόμαχο από τον Φανοτέα, που το φανέρωσε στους Λακεδαιμονίους κι εκείνοι το μήνυσαν στους Βοιωτούς. [4.89.2] Επειδή ο Ιπποκράτης δεν είχε ακόμα φτάσει στο έδαφός τους για να τους δημιουργήσει αντιπερισπασμό, όλοι οι Βοιωτοί έτρεξαν να βοηθήσουν και πρόλαβαν να πιάσουν τις Σίφες και την Χαιρώνεια.
|
- Όμηρος, Οδύσσεια, θ, 493…
| ἀλλ᾽ ἄγε δὴ μετάβηθι καὶ ἵππου κόσμον ἄεισον δουρατέου, τὸν Ἐπειὸς ἐποίησεν σὺν Ἀθήνῃ, ὅν ποτ᾽ ἐς ἀκρόπολιν δόλον ἤγαγε δῖος Ὀδυσσεύς, 495 ἀνδρῶν ἐμπλήσας οἳ Ἴλιον ἐξαλάπαξαν. |
Μτφρ.: Μα τώρα λέω άλλαξε σκοπό, ιστόρησέ μας για τον δούρειο ίππο, το πώς τον έφτιαξε με τέχνη ο Επειός, και η Αθηνά μαζί του· το πώς τον δόλο αυτόν τον έφερε επάνω στην ακρόπολη ο θείος Οδυσσεύς, κλείνοντας μέσα του πλήθος ανδρών — αυτούς που ερήμωσαν το Ίλιο. |
- Όμηρος, Οδύσσεια, λ, 523…
| αὐτὰρ ὅτ᾽ εἰς ἵππον κατεβαίνομεν, ὃν κάμ᾽ Ἐπειός, Ἀργείων οἱ ἄριστοι, ἐμοὶ δ᾽ ἐπὶ πάντ᾽ ἐτέταλτο, 525 ἠμὲν ἀνακλῖναι πυκινὸν λόχον ἠδ᾽ ἐπιθεῖναι· ἔνθ᾽ ἄλλοι Δαναῶν ἡγήτορες ἠδὲ μέδοντες δάκρυά τ᾽ ὠμόργνυντο, τρέμον θ᾽ ὑπὸ γυῖα ἑκάστου· |
Μτφρ.: Αλλά κι όταν αργότερα χωθήκαμε σ᾽ εκείνο το άλογο, που το ᾽χτισε ο Επειός, οι πιο γενναίοι Αργείοι, κι έπεσε πάνω μου όλη η ευθύνη, πότε θα ανοίξει η κλειστή παγίδα μας, πότε θα κλείσει, τότε λοιπόν οι άλλοι, των Δαναών οι αρχηγοί κι οι σύμβουλοι, δεν μπόρεσαν να κρύψουν το δάκρυ και τον τρόμο, που τους παρέλυε τα γόνατα. |
- Όμηρος, Ιλιάδα, Β, 517 -526
| Αὐτὰρ Φωκήων Σχεδίος καὶ Ἐπίστροφος ἦρχον, υἷες Ἰφίτου μεγαθύμου Ναυβολίδαο, οἳ Κυπάρισσον ἔχον Πυθῶνά τε πετρήεσσαν 520 Κρῖσάν τε ζαθέην καὶ Δαυλίδα καὶ Πανοπῆα, οἵ τ᾽ Ἀνεμώρειαν καὶ Ὑάμπολιν ἀμφενέμοντο, οἵ τ᾽ ἄρα πὰρ ποταμὸν Κηφισὸν δῖον ἔναιον, οἵ τε Λίλαιαν ἔχον πηγῇς ἔπι Κηφισοῖο· τοῖς δ᾽ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο. 525 οἱ μὲν Φωκήων στίχας ἵστασαν ἀμφιέποντες, Βοιωτῶν δ᾽ ἔμπλην ἐπ᾽ ἀριστερὰ θωρήσσοντο. |
Μτφρ.: Με τους Φωκείς ο Επίστροφος ερχόταν και ο Σχεδίος υιοί του μεγαλόψυχου Ιφίτου Ναυβουλίδη. Τους έστειλε η Κυπάρισσος και η Πυθώ πετρώδης, 520η θεία Κρίσα και η Δαυλίς, ο Πανοπεύς και ακόμη τα μέρη της Υαμπόλεως, και της Ανεμωρείας κι αυτά που ο θείος ποταμός ο Κηφισός ποτίζει, και η Λίλαια που κτίστηκεν επάνω στες πηγές του· κι είχαν σαράντα ολόμαυρα κατόπι τους καράβια 525και κολλητά στους Βοιωτούς, στο αριστερό τους πλάγι οι πολεμάρχοι εσύνταζαν τα πλήθη των Φωκέων. |
- Όμηρος, Ιλιάδα Ρ 307…
| ὁ δὲ Σχεδίον, μεγαθύμου Ἰφίτου υἱόν, Φωκήων ὄχ᾽ ἄριστον, ὃς ἐν κλειτῷ Πανοπῆϊ οἰκία ναιετάασκε πολέσσ᾽ ἄνδρεσσιν ἀνάσσων, τὸν βάλ᾽ ὑπὸ κληῗδα μέσην· διὰ δ᾽ ἀμπερὲς ἄκρη αἰχμὴ χαλκείη παρὰ νείατον ὦμον ἀνέσχε· δούπησεν δὲ πεσών, ἀράβησε δὲ τεύχε᾽ ἐπ᾽ αὐτῷ. |
Μτφρ.: και τον Σχεδίον, γέννημα του ανδρειωμένου Ιφίτου, μες στους Φωκείς ασύγκριτον, που στον λαμπρό Πανοπέα εκατοικούσ᾽ εκεί πολλών ανθρώπων βασιλέας, ο Έκτωρ τον εκτύπησε στην κλείδωσιν και η λόγχη κάτω απ᾽ τον ώμον πέρασε· κι επάνω του εβροντήσαν τ᾽ άρματα καθώς έπεσε. |
- Παυσανίας, Φωκικά, Χ,3,1
| δεκάτῳ δὲ ὕστερον ἔτει μετὰ τὴν τοῦ ἱεροῦ κατάληψιν ἐπέθηκεν ὁ Φίλιππος πέρας τῷ πολέμῳ, Φωκικῷ τε καὶ ἱερῷ κληθέντι τῷ αὐτῷ, Θεοφίλου μὲν Ἀθήνῃσιν ἄρχοντος, ὀγδόης δὲ Ὀλυμπιάδος καὶ ἑκατοστῆς ἔτει πρώτῳ, ἣν Πολυκλῆς ἐνίκα στάδιον Κυρηναῖος. καὶ ἐς ἔδαφος ἁλοῦσαι κατεβλήθησαν τῶν Φωκέων αἱ πόλεις· ἀριθμὸς δὲ ἦν αὐτῶν Λίλαια καὶ Ὑάμπολις καὶ Ἀντίκυρα καὶ Παραποτάμιοι καὶ Πανοπεύς τε καὶ Δαυλίς. τούτων μὲν δὴ ὄνομα ἦν ἐκ παλαιοῦ, καὶ οὐχ ἥκιστα ἐπῶν ἕνεκα τῶν Ὁμήρου | Μτφρ.: τον δέκατο χρόνο μετά την κατάληψη του ιερού έβαλε τέλος ο Φίλιππος στον πόλεμο που ονομάστηκε και Φωκικός και ιερός όταν ήταν άρχοντας στην Αθήνα ο Θεόφιλος, κατά το πρώτο έτος της εκατοστής όγδοης Ολυμπιάδας κατά την οποία ο Πολυκλής ο Κυρηναίος νίκησε στον αγώνα σταδίου. Και αφού κατεδαφίστηκαν , καταστράφηκαν οι πόλεις των Φωκέων· αυτές ήταν η Λιλαία και η Υάμπολη και η Αντίκυρα και οι Παραποτάμιοι και ο Πανοπέας και η Δαυλίδα. Τα ονόματα αυτών ήταν από παλιά γνωστά και κυρίως εξαιτίας των επών του Ομήρου |
- Παυσανίας , Φωκικά, Χ, 4, 3
| ἐν τῇ μάχῃ τῇ [τε] ἐπὶ τῷ Πατρόκλου νεκρῷ καὶ Σχεδίον τὸν Ἰφίτου βασιλεύοντα Φωκέων καὶ ἀποθανόντα ὑφ’ Ἕκτορος κατοικεῖν εἶπεν ἐν τῷ Πανοπεῖ. τοῦτο μὲν δὴ ἐφαίνετο ἡμῖν ἔχειν αἰτίαν, φόβῳ τῶν Βοιωτῶν -κατὰ γὰρ τοῦτό ἐστιν ἐκ τῆς Βοιωτίας ἡ ἐς τὴν Φωκίδα ἐσβολὴ ῥᾴστη-ἐνταῦθα οἰκεῖν τὸν βασιλέα ἅτε φρουρίῳ τῷ Πανοπεῖ χρώμενον | Μτφρ.: στη μάχη που έγινε πάνω από το νεκρό σώμα του Πατρόκλου είπε (ο Όμηρος) ότι σκοτώθηκε από τον Έκτορα και ο Σχεδίος, ο γιος του Ιφίτου, ο βασιλιάς των Φωκέων που κατοικούσε στον Πανοπέα. Μου φαίνεται ότι η αιτία αυτού βρίσκεται στο εξής, ότι εξαιτίας του φόβου των Βοιωτών -γιατί σε αυτό το σημείο είναι εύκολη η εισβολή από τη Βοιωτία στη Φωκίδα –κατοικούσε εδώ ο βασιλιάς χρησιμοποιώντας ως φρούριο τον Πανοπέα |
Ε) μυθολογία
- Ησύχιος, Γλῶσσαι
| Ἐπειός: οὕτως ἐκαλεῖτο Κρατῖνος ὁ Κωμικός· ἴσως διὰ τὸ ταξιαρχῆσαι τῆς Οἰνηίδος φυλῆς καὶ δειλότερος φανῆναι. καὶ γὰρ ὁ Ἐπειὸς δειλὸς ἦν. | Μτφρ.: Επειός: έτσι ονομαζόταν ο Κρατίνος ο Κωμικός, ίσως γιατί κάποτε είχε την αρχηγία στον πόλεμο της Οινηίδος φυλής και αποδείχθηκε δειλότερος των στρατιωτών του. γιατί και ο Επειός ήταν δειλός. |
- Όμηρος, Οδύσσεια, λ, 576…
| Καὶ Τιτυὸν εἶδον, Γαίης ἐρικυδέος υἱόν, κείμενον ἐν δαπέδῳ· ὁ δ᾽ ἐπ᾽ ἐννέα κεῖτο πέλεθρα, γῦπε δέ μιν ἑκάτερθε παρημένω ἧπαρ ἔκειρον, δέρτρον ἔσω δύνοντες· ὁ δ᾽ οὐκ ἀπαμύνετο χερσί· Λητὼ γὰρ ἕλκησε, Διὸς κυδρὴν παράκοιτιν, Πυθώδ᾽ ἐρχομένην διὰ καλλιχόρου Πανοπῆος. |
Μτφρ.: Κι είδα μετά τον Τιτυό, τον τόσο τιμημένο γιο της Γης, τώρα να κείται καταγής, να πιάνει ως κι εννέα πλέθρα· αριστερά δεξιά δυο γύπες να του στέκουν, και να του τρων το σκώτι, βαθιά ως τη ρίζα· κι ασάλευτος εκείνος, ανήμπορος να πολεμήσει με τα χέρια του. Έτσι, γιατί αποτόλμησε να βλάψει τη Λητώ, την τιμημένη ομόκλινη του Δία, καθώς εκείνη, οδεύοντας προς την Πυθώ, κι από τον Πανοπέα πέρασε με τα καλά του χοροστάσια. |
- Παυσανίας , Φωκικά, Χ, 4, 2
| ὑπῄει τε ἐπῶν ἡμᾶς τῶν Ὁμήρου μνήμη ὧν ἐποίησεν ἐς Τιτυόν, καλλίχορον τῶν Πανοπέων ὀνομάσας τὴν πόλιν | Μτφρ.: μου έρχονται στον νου οι στίχοι που έγραψε ο Όμηρος για τον Τιτυό στους οποίους ονόμασε την πόλη των Πανοπέων κατάλληλη για ωραίους χορούς |
- Παυσανίας , Φωκικά, Χ, 4, 3
| τὸ ἕτερον δὲ οὐκ ἐδυνήθην συμβαλέσθαι πρότερον, ἐφ’ ὅτῳ καλλίχορον τὸν Πανοπέα εἴρηκε, πρὶν ἢ ἐδιδάχθην ὑπὸ τῶν παρ’ Ἀθηναίοις καλουμένων Θυιάδων. αἱ δὲ Θυιάδες γυναῖκες μέν εἰσιν Ἀττικαί, φοιτῶσαι δὲ ἐς τὸν Παρνασσὸν παρὰ ἔτος αὐταί τε καὶ αἱ γυναῖκες Δελφῶν ἄγουσιν ὄργια Διονύσῳ. ταύταις ταῖς Θυιάσι κατὰ τὴν ἐξ Ἀθηνῶν ὁδὸν καὶ ἀλλαχοῦ χοροὺς ἱστάναι καὶ παρὰ τοῖς Πανοπεῦσι καθέστηκε· καὶ ἡ ἐπίκλησις ἡ ἐς τὸν Πανοπέα Ὁμήρου ὑποσημαίνειν τῶν Θυιάδων δοκεῖ τὸν χορόν. | Μτφρ.: το άλλο δεν μπόρεσα να καταλάβω νωρίτερα, δηλαδή για ποιον λόγο αποκάλεσε τον Πανοπέα (ο Όμηρος) κατάλληλο για ωραίους χορούς, προτού να το διδαχθώ από τις Θυιάδες, όπως τις αποκαλούν οι Αθηναίοι. Οι Θυιάδες είναι γυναίκες από την Αττική, οι οποίες κάθε δεύτερο έτος διαμένουν στον Παρνασσό, και αυτές και οι γυναίκες από τους Δελφούς, και γιορτάζουν τις οργιαστικές τελετές του Διονύσου. Σε αυτές τις Θυιάδες είναι έθιμο να στήνουν χορούς κατά την έξοδό τους από την Αθήνα και σε άλλα μέρη και στη χώρα του Πανοπέα. Έτσι φαίνεται ότι και η επωνυμία του Ομήρου για τον Πανοπέα υπαινίσσεται τον χορό των Θυιάδων. |
- Απολλόδωρος, 1.4.1
| Λητὼ δὲ συνελθοῦσα Διὶ κατὰ τὴν γῆν ἅπασαν ὑφ᾽ Ἥρας ἠλαύνετο, μέχρις εἰς Δῆλον ἐλθοῦσα γεννᾷ πρώτην Ἄρτεμιν, ὑφ᾽ ἧς μαιωθεῖσα ὕστερον Ἀπόλλωνα ἐγέννησεν. Ἄρτεμις μὲν οὖν τὰ περὶ θήραν ἀσκήσασα παρθένος ἔμεινεν, Ἀπόλλων δὲ τὴν μαντικὴν μαθὼν παρὰ Πανὸς τοῦ Διὸς καὶ Ὕβρεως ἧκεν εἰς Δελφούς, χρησμῳδούσης τότε Θέμιδος· ὡς δὲ ὁ φρουρῶν τὸ μαντεῖον Πύθων ὄφις ἐκώλυεν αὐτὸν παρελθεῖν ἐπὶ τὸ χάσμα, τοῦτον ἀνελὼν τὸ μαντεῖον παραλαμβάνει. κτείνει δὲ μετ᾽ οὐ πολὺ καὶ Τιτυόν, ὃς ἦν Διὸς υἱὸς καὶ τῆς Ὀρχομενοῦ θυγατρὸς Ἐλάρης, ἣν Ζεύς, ἐπειδὴ συνῆλθε, δείσας Ἥραν ὑπὸ γῆν ἔκρυψε, καὶ τὸν κυοφορηθέντα παῖδα Τιτυὸν ὑπερμεγέθη εἰς φῶς ἀνήγαγεν. οὗτος ἐρχομένην εἰς Πυθὼ Λητὼ θεωρήσας, πόθῳ κατασχεθεὶς ἐπισπᾶται· ἡ δὲ τοὺς παῖδας ἐπικαλεῖται καὶ κατατοξεύουσιν αὐτόν. κολάζεται δὲ καὶ μετὰ θάνατον· γῦπες γὰρ αὐτοῦ τὴν καρδίαν ἐν Ἅιδου ἐσθίουσιν. | Μτφρ.: Η Λητώ συνευρέθηκε με τον Δία και κυνηγήθηκε σε όλη τη γη από την Ήρα, μέχρι που ήλθε στη Δήλο και γέννησε πρώτη την Άρτεμη. Αυτή στη συνέχεια τη βοήθησε ως μαία και γέννησε τον Απόλλωνα. Η Άρτεμις λοιπόν ασχολούμενη με το κυνήγι έμεινε παρθένος, ενώ ο Απόλλων μαθαίνοντας την μαντική τέχνη από τον Πάνα, τον γιο του Δία και της Ύβρεως, έφτασε στους Δελφούς όπου μέχρι τότε χρησμοδοτούσε η Θέμιδα. Επειδή ο Πύθων, το φίδι που φρουρούσε το μαντείο, τον εμπόδιζε να πλησιάσει στο χάσμα, το σκότωσε και καταλαμβάνει το μαντείο. Μετά από λίγο σκοτώνει και τον Τιτυό ο οποίος ήταν γιος του Δία και της Ελάρης, της κόρης του Ορχομενού, την οποία ο Δίας, όταν συνευρέθηκε μαζί της, φοβούμενος την Ήρα την έκρυψε κάτω από τη γη και το παιδί που κυοφορούσε, τον υπερμεγέθη Τιτυό έβγαλε στο φως. Αυτός είδε τη Λητώ που πήγαινε στους Δελφούς και κυριευμένος από πόθο την τράβηξε βίαια κοντά του. εκείνη κάλεσε τα παιδιά της και τον σκότωσαν με τα τόξα. Τιμωρείται όμως και μετά τον θάνατό του, αφού γύπες τρώνε την καρδιά του στον Άδη |
Στ) παροιμίες
- Σουΐδας
| Ἐπειοῦ δειλότερος · οὕτως ἐλέγετο Κρατῖνος ὁ κωμικός, ἴσως διὰ τὸ ταξιαρχῆσαι τῆς Οἰνηΐδος φυλῆς καὶ δειλότερός τε φανῆναι · καὶ γὰρ ὁ Ἐπειὸς δειλὸς ἦν. | Μτφρ. : Πιο δειλός από τον Επειό · έτσι αποκαλούσαν τον κωμικό Κρατίνο ίσως γιατί ήταν ταξίαρχος στην Οινηΐδα φυλή και αποδείχθηκε δειλός · γιατί και ο Επειός ήταν δειλός. |
Ρωμαϊκοί χρόνοι
Α) Περιγραφή πόλης
- Παυσανίας Φωκικά, Χ, 4, 1 -2
| στάδια δὲ ἐκ Χαιρωνείας εἴκοσιν ἐς Πανοπέας ἐστὶ πόλιν Φωκέων, εἴγε ὀνομάσαι τις πόλιν καὶ τούτους οἷς γε οὐκ ἀρχεῖα οὐ γυμνάσιόν ἐστιν, οὐ θέατρον οὐκ ἀγορὰν ἔχουσιν, οὐχ ὕδωρ κατερχόμενον ἐς κρήνην, ἀλλὰ ἐν στέγαις κοίλαις κατὰ τὰς καλύβας μάλιστα τὰς ἐν τοῖς ὄρεσιν, ἐνταῦθα οἰκοῦσιν ἐπὶ χαράδρᾳ. ὅμως δὲ ὅροι γε τῆς χώρας εἰσὶν αὐτοῖς ἐς τοὺς ὁμόρους, καὶ ἐς τὸν σύλλογον συνέδρους καὶ οὗτοι πέμπουσι τὸν Φωκικόν… Πανοπέων δὲ τὸν ἀρχαῖον θεώμενοι περίβολον ἑπτὰ εἶναι σταδίων μάλιστα εἰκάζομεν | ΜΤΦΡ.: είκοσι στάδια από τη Χαιρώνεια βρίσκεται ο Πανοπέας, πόλη φωκική, αν μπορεί να την ονομάσει κανείς πόλη, αφού ούτε δημαρχείο ούτε γυμναστήριο υπάρχει, ούτε θέατρο ούτε αγορά έχουν, ούτε νερό που να κατεβαίνει σε κρήνη, αλλά κάτω από καμπυλωτές στέγες όμοιες με τις καλύβες στα βουνά κατοικούν εδώ σε μια χαράδρα. Όμως έχουν τα σύνορά τους με τους γείτονές τους και στέλνουν και αυτοί συνέδρους στο φωκικό Συνέδριο. .. παρατηρώντας τον αρχαίο περίβολο των Πανοπέων υπολογίζουμε ότι είναι περίπου επτά στάδια . |
- Παυσανίας , Φωκικά, Χ, 35, 8
| ἐσβολὴ δὲ ἐκ Χαιρωνείας ἐς γῆν τὴν Φωκίδα οὐ μόνον ἡ εὐθεῖά ἐστιν ἐς Δελφοὺς ἡ διά τε Πανοπέως καὶ παρὰ τὴν Δαυλίδα καὶ ὁδὸν τὴν Σχιστήν· φέρει δὲ ἐκ Χαιρωνείας καὶ ἑτέρα τραχεῖά τε ὁδὸς καὶ ὀρεινὴ τὰ πλέονα ἐς πόλιν Φωκέων Στεῖριν· μῆκος δὲ εἴκοσι στάδιοι τῆς ὁδοῦ καὶ ἑκατόν. | Μτφρ.: η πρόσβαση από τη Χαιρώνεια στη φωκική γη δεν είναι μόνο αυτή που οδηγεί στους Δελφούς διά μέσω του Πανοπέως και παραπλεύρως της Δαυλίδας και της Σχιστής οδού. Υπάρχει και άλλος δρόμος από τη Χαιρώνεια, δύσκολος και ορεινός στο μεγαλύτερο μέρος του προς την πόλη των Φωκέων Στείρι. Το μήκος αυτού του δρόμου είναι εκατόν είκοσι στάδια. |
- Στράβων, Γεωγραφικών Θ’, 14
| Πανοπεὺς δ’ ὁ νῦν Φανοτεύς, ὅμορος τοῖς περὶ Λεβάδειαν τόποις, ἡ τοῦ Ἐπειοῦ πατρίς. Καὶ τὰ περὶ τὸν Τιτυὸν δὲ ἐνταῦθα μυθεύουσιν…. | Μτφρ.: ο Πανοπέας, ο τωρινός Φανοτέας, συνορεύει με τους τόπους της Λιβαδειάς και είναι η πατρίδα του Επειού. Και τα σχετικά με τον μύθο του Τιτυού εδώ τοποθετούν… |
- Στράβων, Γεωγραφικών Θ’, 16
| καὶ Ἡσίοδος δ’ ἐπὶ πλέον περῖ τοῦ ποταμοῦ (Κηφισσοῦ) λέγει καὶ τῆς ῥύσεως, ὡς δι’ ὅλης ῥέοι τῆς Φωκίδος σκολιῶς καὶ δρακοντοειδῶς · «παρέκ Πανοπῆα διὰ Γλήχωνά τ’ ἐρυμνὴν καὶ τε διὰ Ὀρχομενοῦ είλιγμένος εἶσι δράκων ὥς.» | Μτφρ.: Και ο Ησίοδος περιγράφει λεπτομερώς για τον ποταμό(Κηφισό) και την πορεία του ότι ρέει μέσω όλης της Φωκίδος με κοίτη στενή και όμοια με φίδι:
«έξω από τον Πανοπέα, τον οχυρό Γλήχωνα και μέσα από τον Ορχομενό στριφογυρίζει σαν φίδι». |
- Στράβων, Γεωγραφικών Θ΄, 42
| Ὑπέρκειται δ’ Ὀρχομενίας ὁ Πανοπεύς, Φωκικὴ πόλις, καὶ Ὑάμπολις. Τούτοις δ’ ὁμορεῖ Ὀποῦς, ἡ τῶν Λοκρῶν μητρόπολις τῶν Ἐπικνημιδίων. | Μτφρ.: Πάνω από τη χώρα του Ορχομενού βρίσκεται ο Πανοπέας, πόλη της Φωκίδας, και η Υάμπολις. Με αυτές συνορεύει ο Οπούς, μητρόπολη των Επικνημιδίων Λοκρών. |
Β) μάχες
- Πλούταρχος, Σύλλας, 16
| ὥστε ὀλίγοι μὲν ἐν τῷ χάρακι διεκαρτέρουν, ὁ δὲ πλεῖστος ὄχλος ἁρπαγαῖς καὶ πορθήμασι δελεαζόμενος ὁδὸν ἡμερῶν πολλῶν ἀπὸ τοῦ στρατοπέδου διεσπείρετο. καὶ τήν τε τῶν Πανοπέων πόλιν ἐκκόψαι λέγονται καὶ τὴν Λεβαδέων διαρπάσαι καὶ συλῆσαι τὸ μαντεῖον, οὐδενὸς στρατηγοῦ πρόσταγμα δόντος. | Μτφρ.: έτσι λίγοι περίμεναν στα χαρακώματα και ο περισσότερος όχλος δελεαζόμενος με αρπαγές και λεηλασίες διασκορπιζόταν σε απόσταση πολλών ημερών από το στρατόπεδο. Και λένε ότι και την πόλη των Πανοπέων κατέστρεψαν και της Λιβαδειάς λεηλάτησαν και το μαντείο σύλησαν, χωρίς να το έχει προστάξει κανένας στρατηγός |
Γ) θρησκεία
- Παυσανίας Φωκικά Χ, 4, 4-5
| Πανοπεῦσι δέ ἐστιν ἐπὶ τῇ ὁδῷ πλίνθου τε ὠμῆς οἴκημα οὐ μέγα καὶ ἐν αὐτῷ λίθου τοῦ Πεντελῆσιν ἄγαλμα, ὃν Ἀσκληπιόν, οἱ δὲ Προμηθέα εἶναί φασι· καὶ παρέχονταί γε τοῦ λόγου μαρτύρια. λίθοι κεῖνταί σφισιν ἐπὶ τῇ χαράδρᾳ, μέγεθος μὲν ἑκάτερος ὡς φόρτον ἀποχρῶντα ἁμάξης εἶναι, χρῶμα δέ ἐστι πηλοῦ σφισιν, οὐ γεώδους ἀλλ’ οἷος ἂν χαράδρας γένοιτο ἢ χειμάῤῥου ψαμμώδους, παρέχονται δὲ καὶ ὀσμὴν ἐγγύτατα χρωτὶ ἀνθρώπου· ταῦτα ἔτι λείπεσθαι τοῦ πηλοῦ λέγουσιν ἐξ οὗ καὶ ἅπαν ὑπὸ τοῦ Προμηθέως τὸ γένος πλασθῆναι τῶν ἀνθρώπων. ἐνταῦθα ἐπὶ τῇ χαράδρᾳ καὶ Τιτυοῦ μνῆμά ἐστι· περίοδος μὲν τοῦ χώματος τρίτον μάλιστά που σταδίου, τὸ δὲ ἔπος τὸ ἐν Ὀδυσσείᾳ
κείμενον ἐν δαπέδῳ· ὁ δ’ ἐπ’ ἐννέα κεῖτο πέλεθρα οὐκ ἐπὶ μεγέθει πεποιῆσθαι τοῦ Τιτυοῦ φασιν, ἀλλ’ ἔνθα ὁ Τιτυὸς ἐτέθη, Πλέθρα ἐννέα εἶναι τῷ χωρίῳ. |
Μτφρ. : στον Πανοπέα, δίπλα από τον δρόμο, υπάρχει ένα μικρό οίκημα από ωμές πλίνθες και μέσα σε αυτό ένα άγαλμα από πεντελικό μάρμαρο, για το οποίο άλλοι λένε ότι παριστάνει τον Ασκληπιό και άλλοι τον Προμηθέα · και παρουσιάζουν και μαρτυρίες για αυτή την άποψη. Στην κοιλάδα κείτονται κάποιοι λίθοι που ως προς το μέγεθος ο καθένας θα μπορούσε να είναι επαρκές φορτίο για μια άμαξα, και το χρώμα τους είναι του πηλού, όχι του χωμάτινου αλλά αυτού που σχηματίζεται στις χαράδρες ή στους αμμουδερούς χειμάρρους, και βγάζουν μια οσμή που πλησιάζει αυτή του ανθρώπινου δέρματος · λένε ότι αυτά είναι τα υπολείμματα του πηλού από τον οποίο πλάστηκε από τον Προμηθέα ολόκληρο το γένος των ανθρώπων. Εκεί στη χαράδρα βρίσκεται και το μνήμα του Τιτυού· η περιφέρεια του χώματος είναι περίπου το ένα τρίτο του σταδίου, ενώ ο στίχος της Οδύσσειας «κείτεται στο έδαφος· και εννέα πλέθρα κάλυπτε» λένε ότι δεν γράφτηκε για το μέγεθος του Τιτυού αλλά για την περιοχή όπου ο Τιτυός τάφηκε, περιοχή που ονομαζόταν Εννέα Πλέθρα.
|
Δ) μνημεία
- Παυσανίας , Φωκικά, Χ, 26, 2
| γέγραπται δὲ καὶ Ἐπειὸς γυμνὸς καταβάλλων ἐς ἔδαφος τῶν Τρώων τὸ τεῖχος· ἀνέχει δὲ ὑπὲρ αὐτὸ κεφαλὴ τοῦ ἵππου μόνη τοῦ δουρείου. | Μτφρ.: (από τη λέσχη των Κνιδίων στους Δελφούς): απεικονίζεται και ο Επειός γυμνός που ρίχνει στο έδαφος το τείχος των Τρώων · και από αυτό εξέχει μόνο η κεφαλή του δούρειου ίππου. |
Ε) πολιτική
- Παυσανίας, Φωκικά, Χ, 33, 1
| Λέδων δ’ οὖν ὄνομα ταῖς οἰκήσεσίν ἐστιν αὐτῶν, καὶ ἐς τὸν Φωκέων σύλλογον κοινὸν τελεῖν ἠξίωνται καὶ οὗτοι, καθάπερ γε καὶ οἱ Πανοπεῖς. | Μτφρ.: Λέδων είναι το όνομα αυτού του συνοικισμού και έχουν το αξίωμα να μετέχουν και αυτοί στον κοινό σύλλογο των Φωκέων, όπως και οι Πανοπείς. |
Χριστιανικοί χρόνοι
Α) περιγραφή
- Ησύχιος, Γλῶσσαι
| Πανόπη πόλις Φωκίδος | Πανόπη, πόλη της Φωκίδος |