Χαιρώνεια
Χαιρώνεια αρχαίοι χρόνοι
Α) περιγραφή περιοχής
- Παυσανίου, Βοιωτικά, Χαιρώνεια, ΙΧ, 40, 5-6
| Λεβαδέων δὲ ἔχονται Χαιρωνεῖς. ἐκαλεῖτο δὲ ἡ πόλις καὶ τούτοις Ἄρνη τὸ ἀρχαῖον: θυγατέρα δὲ εἶναι λέγουσιν Αἰόλου τὴν Ἄρνην, ἀπὸ δὲ ταύτης κληθῆναι καὶ ἑτέραν ἐν Θεσσαλίᾳ πόλιν: τὸ δὲ νῦν τοῖς Χαιρωνεῦσιν ὄνομα γεγονέναι ἀπὸ Χαίρωνος, ὃν Ἀπόλλωνός φασιν εἶναι, μητέρα δὲ αὐτοῦ Θηρὼ τὴν Φύλαντος εἶναι. μαρτυρεῖ δὲ καὶ ὁ τὰ ἔπη τὰς μεγάλας Ἠοίας ποιήσας:
Φύλας δ’ ὤπυιεν κούρην κλειτοῦ Ἰολάου λειπεφιληνη<ν> εἶδος Ὀλυμπιάδεσσιν <ὅμοιον,> Ἱππότην δέ οἱ υἱὸν ἐνὶ μεγάροισιν ἔτικτεν Θηρώ τ’ εὐειδῆ, ἰκέλην φαέεσσι σελήνης. Θηρὼ δ’ Ἀπόλλωνος ἐς ἀγκοίνῃσι πεσοῦσα γείνατο Χαίρωνος κρατερὸν μένος ἱπποδάμοιο. Ὅμηρος δὲ ἐπιστάμενος ἐμοὶ δοκεῖν Χαιρώνειάν τε ἤδη καὶ Λεβάδειαν καλουμένας, ὅμως τοῖς ἀρχαίοις ἐχρήσατο ὀνόμασιν ἐς αὐτάς, καθότι καὶ Αἴγυπτον τὸν ποταμὸν εἶπεν, οὐ Νεῖλον. |
Μτφρ. : μετά τη Λιβαδειά ακολουθεί η Χαιρώνεια, πόλη που τα αρχαία χρόνια ονομαζόταν από αυτούς και Άρνη. Λένε ότι η Άρνη ήταν κόρη του Αιόλου και από αυτή έχει ονομαστεί και άλλη πόλη στη Θεσσαλία. Το τωρινό τους όνομα οι Χαιρωνείς το πήραν από τον Χαίρωνα, που ιστορούν ότι ήταν γιος του Απόλλωνα και μητέρα του ήταν η Θηρώ, η κόρη του Φύλαντα. Αυτό το μαρτυρεί αυτός που έγραψε το επικό ποίημα «Μεγάλες Ηοίες» : – Ο Φύλας παντρεύτηκε την κόρη του ξακουστού Ιόλαου την Λειπεφιλήνη, όμοια στη μορφή με τις ολύμπιες θεές, και αυτή του γέννησε στα μέγαρά τους έναν γιο, τον Ιππότη, και την όμορφη Θηρώ, όμοια με τη λάμψη της Σελήνης,. Η Θηρώ έπεσε στην αγκαλιά του Απόλλωνα και γεννήθηκε ο δυνατός Χαίρωνας, ο ιπποδαμαστής. Ο Όμηρος νομίζω ότι γνώριζε ήδη πως οι πόλεις ονομάζονταν Χαιρώνεια και Λιβαδειά αλλά χρησιμοποίησε τα αρχαία ονόματά τους , όπως τον ποταμό τον ονόμαζε Αίγυπτο και όχι Νείλο. |
Β) καταγωγή
- Πλούταρχος, Κίμων 1- 2
| Περιπόλτας ὁ μάντις ἐκ Θετταλίας εἰς Βοιωτίαν Ὀφέλταν τὸν βασιλέα καὶ τοὺς ὑπ᾽ αὐτῷ λαοὺς καταγαγὼν γένος εὐδοκιμῆσαν ἐπὶ πολλοὺς χρόνους κατέλιπεν, οὗ τὸ πλεῖστον ἐν Χαιρωνείᾳ κατῴκησεν, ἣν πρώτην πόλιν ἔσχον ἐξελάσαντες τοὺς βαρβάρους. οἱ μὲν οὖν πλεῖστοι τῶν ἀπὸ τοῦ γένους φύσει μάχιμοι καὶ ἀνδρώδεις γενόμενοι καταναλώθησαν ἐν ταῖς Μηδικαῖς ἐπιδρομαῖς καὶ τοῖς Γαλατικοῖς ἀγῶσιν ἀφειδήσαντες ἑαυτῶν· | Μτφρ.: Ο Περιπόλτας, ο μάντης από τη Θεσσαλία, τον Οφέλτα τον βασιλιά και τους λαούς που εξουσίαζε αυτός, αφού οδήγησε στη Βοιωτία, άφησε πίσω του ένα γένος που ευδοκίμησε για πολλά χρόνια, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου κατοίκησε στη Χαιρώνεια, την οποία είχαν ως πρωτεύουσα πόλη αφού έδιωξαν τους βαρβάρους. Οι περισσότεροι από το γένος αυτό, άνδρες από τη φύση τους φιλοπόλεμοι και ανδρείοι χάθηκαν στις Μηδικές επιδρομές και στους Γαλατικούς αγώνες χωρίς να λυπηθούν τους εαυτούς τους |
- Θουκυδίδης 1, 12, 1-3
| ἐπεὶ καὶ μετὰ τὰ Τρωικὰ ἡ Ἑλλὰς ἔτι μετανίστατό τε καὶ κατῳκίζετο, ὥστε μὴ ἡσυχάσασαν αὐξηθῆναι. ἥ τε γὰρ ἀναχώρησις τῶν Ἑλλήνων ἐξ Ἰλίου χρονία γενομένη πολλὰ ἐνεόχμωσε, καὶ στάσεις ἐν ταῖς πόλεσιν ὡς ἐπὶ πολὺ ἐγίγνοντο, ἀφ’ ὧν ἐκπίπτοντες τὰς πόλεις ἔκτιζον. Βοιωτοί τε γὰρ οἱ νῦν ἑξηκοστῷ ἔτει μετὰ Ἰλίου ἅλωσιν ἐξ Ἄρνης ἀναστάντες ὑπὸ Θεσσαλῶν τὴν νῦν μὲν Βοιωτίαν, πρότερον δὲ Καδμηίδα γῆν καλουμένην ᾤκισαν (ἦν δὲ αὐτῶν καὶ ἀποδασμὸς πρότερον ἐν τῇ γῇ ταύτῃ, ἀφ’ ὧν καὶ ἐς Ἴλιον ἐστράτευσαν)… | Μτφρ.: επειδή και μετά τα Τρωικά στην Ελλάδα γίνονταν μετακινήσεις πληθυσμών και εγκαταστάσεις σε άλλες περιοχές, δεν είχε την κατάλληλη ηρεμία για να αναπτυχθεί. Γιατί η αναχώρηση των Ελλήνων από το Ίλιο έγινε χρόνια και εισήγαγε πολλές καινοτομίες , και γίνονται κυρίως αναταραχές στις πόλεις, από τις οποίες αυτοί που έχαναν την εξουσία έχτιζαν νέες πόλεις. Οι Βοιωτοί το εξηκοστό έτος μετά την άλωση του Ιλίου από την Άρνη εκδιώχθηκαν από τους Θεσσαλούς και την τωρινή Βοιωτία, αυτή που προηγουμένως ονομαζόταν Καδμεία γη, κατοίκησαν (είχαν και πρώτα ένα μέρος σε αυτή τη γη, από το οποίο εκστράτευσαν και στο Ίλιο)… |
Γ) θρησκεία
- Ησύχιος, Γλῶσσαι
| Βαίτυλος οὕτως ἐκαλεῖτο ὁ δοθεὶς λίθος τῷ Κρόνῳ ἀντὶ Διός | Μτφρ.: Βαίτυλος: έτσι ονομαζόταν ο λίθος που δόθηκε στον Κρόνο αντί του Δία |
- Όμηρος, Ιλιάδα, Β 101–108 (η ιστορία του δόρατος της Χαιρώνειας)
| Τὸ μὲν Ἥφαιστος κὰμε τεύχων.
Ἥφαιστος μὲν δῶκε Διὶ Κρονίωνι ἄνακτι,
αὐτὰρ ἄρα Ζεὺς δῶκε διακτόρῳ Ἀργειφόντῃ·
Ἑρμείας δὲ ἄναξ δῶκεν Πέλοπι πληξίππῳ,
αὐτὰρ ὁ αὗτε Πέλοψ δῶκ’ Ἀτρέι ποιμένι λαῶν ·
Ἀτρεὺς δὲ θνῄσκων ἔλιπεν πολύαρνι Θυέστῃ,
αὐτὰρ ὁ αὗτε Θυέστ’ Ἀγαμέμνονι λεῖπε φορῆναι,
πολλῇσιν νήσοισι Ἀργεῖ παντὶ ἀνάσσειν. |
Μτφρ.: Αυτό το κατασκεύασε με τέχνη ο Ήφαιστος.
Ο Ήφαιστος το έδωσε στον βασιλιά Δία, τον γιο του Κρόνου, και αμέσως μετά ο Δίας το έδωσε στον αγγελιαφόρο του Αργοφονιά ο Ερμής το έδωσε στον βασιλιά Πέλοπα, τον ιπποδαμαστή, και αμέσως μετά ο Πέλοπας το έδωσε στον Ατρέα, τον ποιμένα των λαών· ο Ατρέας πεθαίνοντας το άφησε στον πλούσιο σε κοπάδια Θυέστη και αμέσως μετά ο Θυέστης το άφησε στον Αγαμέμνονα να το κρατά και να βασιλεύει σε πολλά νησιά και σε όλο το Άργος. |
- Παυσανίας Βοιωτικά, ΙΧ, 29,8-9
| Θηβαῖοι δὲ λέγουσι παρὰ σφίσι ταφῆναι τὸν Λίνον, καὶ ὡς μετὰ τὸ πταῖσμα τὸ ἐν Χαιρωνείᾳ τὸ Ἑλληνικὸν Φίλιππος ὁ Ἀμύντου κατὰ δή τινα ὄψιν ὀνείρατος τὰ ὀστᾶ ἀνελόμενος τοῦ Λίνου κομίσειεν ἐς Μακεδονίαν: ἐκεῖνον μὲν δὴ αὖθις ἐξ ἐνυπνίων ἄλλων ὀπίσω τοῦ Λίνου τὰ ὀστᾶ ἐς Θήβας ἀποστεῖλαι, τὰ δὲ ἐπιθήματα τοῦ τάφου, καὶ ὅσα σημεῖα ἄλλα ἦν, ἀνὰ χρόνον φασὶν ἀφανισθῆναι. | Μτφρ.: Οι Θηβαίοι λένε ότι σε αυτούς έχει ταφεί ο Λίνος και ότι μετά την αποτυχία στη Χαιρώνεια των Ελλήνων ο Φίλιππος ο γιος του Αμύντα μετά από κάποιο όνειρο που είδε πήρε τα οστά του Λίνου και τα μετέφερε στη Μακεδονία. Ο ίδιος πάλι μετά από άλλα όνειρα έστειλε πίσω στη Θήβα το οστά του Λίνου, αλλά όσα είχαν στηθεί πάνω στον τάφο και τα άλλα σημάδια λένε ότι με τα χρόνια εξαφανίστηκαν. |
- Πλούταρχος, Περὶ τῶν ἐκλελοιπότων χρηστηρίων
| ἐν δὲ τῷ Πελοποννησιακῷ πολέμῳ Δηλίοις ἐκπεσοῦσι τῆς νήσου φασὶ χρησμὸν ἐκ Δελφῶν κομισθῆναι προστάττοντα τὸν τόπον ἀνευρεῖν, ἐν ᾧ γέγονεν ὁ Ἀπόλλων, καὶ θυσίας τινὰς ἐκεῖ τελέσαι. θαυμαζόντων δὲ καὶ διαπορούντων, εἰ μὴ παρ´ αὐτοῖς ὁ θεὸς ἀλλ´ ἑτέρωθι γεγόνοι, τὴν Πυθίαν προσανελεῖν, ὅτι κορώνη φράσει τὸ χωρίον αὐτοῖς. ἀπιόντας οὖν ἐν Χαιρωνείᾳ γενέσθαι καὶ τῆς πανδοκευτρίας ἀκοῦσαι πρός τινας ξένους βαδίζοντας εἰς Τεγύρας περὶ τοῦ χρηστηρίου διαλεγομένης· τῶν δὲ ξένων, ὡς ἀπῄεσαν, ἀσπαζομένων καὶ προσαγορευόντων τὴν ἄνθρωπον, ὅπερ ὠνομάζετο, Κορώνην, συνεῖναι τὸ λόγιον καὶ θύσαντας ἐν ταῖς Τεγύραις τυχεῖν καθόδου μετ´ ὀλίγον χρόνον. |
Μτφρ.: Κατά τον πελοποννησιακό πόλεμο, όταν οι Δήλιοι είχαν εκδιωχθεί από το νησί τους, λένε ότι δόθηκε σε αυτούς χρησμός από τους Δελφούς που τους διέτασσε να βρουν τον τόπο, στον οποίο είχε γεννηθεί ο Απόλλων, και να τελέσουν εκεί θυσίες. Καθώς εκείνοι έμειναν έκπληκτοι και αναρωτιόνταν μήπως ο θεός δεν είχε γεννηθεί στον τόπο τους, αλλά κάπου αλλού, η Πυθία τους προφήτευσε επίσης ότι μία κορώνη (κουρούνα) θα τους φανερώσει την περιοχή. Φεύγοντας λοιπόν έφτασαν στη Χαιρώνεια και άκουσαν την ξενοδόχα να συζητά με κάποιους ξένους που κατευθύνοντας στις Τεγύρες για το μαντείο εκεί. Οι ξένοι, καθώς έφευγαν, ασπάστηκαν τη γυναίκα και τη χαιρέτησαν με το όνομά της, που ήταν Κορώνη. Τότε κατάλαβαν τον χρησμό και αφού θυσίασαν στις Τεγύρες, πέτυχαν την επάνοδό τους λίγο καιρό μετά.
|
Δ) μάχες- πολιτικά γεγονότα
- Διόδωρος Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη, 16,33
| ὁ δ᾽ οὖν Ὀνόμαρχος στρατηγὸς αὐτοκράτωρ ᾑρημένος ἐκ μὲν τοῦ χαλκοῦ καὶ σιδήρου κατεσκεύασεν ὅπλων πλῆθος, ἐκ δὲ τοῦ ἀργυρίου καὶ χρυσίου νόμισμα κόψας ταῖς τε συμμαχούσαις πόλεσι διεδίδου καὶ μάλιστα τοὺς προεστηκότας ἐδωροδόκει… εἰς δὲ τὴν Βοιωτίαν ἐμβαλὼν Ὀρχομενὸν μὲν εἷλεν, ἐπιχειρήσας δ᾽ ἐκπολιορκεῖν Χαιρώνειαν καὶ ἡττηθεὶς ὑπὸ Θηβαίων ἐπανῆλθεν εἰς τὴν οἰκείαν. | Μτφρ.: Ο Ονόμαρχος, αφού εξελέγη στρατηγός (των Φωκέων) με απόλυτη εξουσία, από τον χαλκό και τον σίδηρο (του μαντείου των Δελφών) κατασκεύασε πλήθος όπλων και από τον άργυρο και τον χρυσό έκοψε νόμισμα και το μοίραζε στους συμμαχικές πόλεις και δωροδοκούσε τους άρχοντες … αφού εισέβαλε στη Βοιωτία κατέλαβε τον Ορχομενό και επιχείρησε να πολιορκήσει και να καταλάβει τη Χαιρώνεια αλλά ηττήθηκε από τους Θηβαίους και επέστρεψε στην πατρίδα του |
- Διόδωρος Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη, 16, 38
| καταλιπὼν τῶν Φωκέων στρατηγὸν Φάλαικον τὸν Ὀνομάρχου υἱὸν τοῦ τὸν ἱερὸν πόλεμον ἐκκαύσαντος, ἀντίπαιδα τὴν ἡλικίαν ὄντα: παρακατέστησε δ᾽ αὐτῷ ἐπίτροπον ἅμα καὶ στρατηγὸν Μνασέαν… μετὰ δὲ ταῦτα οἱ Βοιωτοὶ νυκτὸς ἐπιθέμενοι τοῖς Φωκεῦσι τόν τε στρατηγὸν αὐτῶν Μνασέαν ἀπέκτειναν καὶ τῶν στρατιωτῶν εἰς διακοσίους. μετ᾽ ὀλίγον δ᾽ ἱππομαχίας γενομένης περὶ Χαιρώνειαν ὁ Φάλαικος ἡττηθεὶς ἀπέβαλε τῶν ἱππέων οὐκ ὀλίγους. | Μτφρ.: έγινε στρατηγός των Φωκέων ο Φάλαικος, ο γιος του Ονομάρχου που πυροδότησε τον ιερό πόλεμο, που ήταν μικρός σε ηλικία. Μαζί με αυτόν εγκαταστάθηκε και ένας επίτροπος και στρατηγός, ο Μνασέας… μετά από αυτά οι Βοιωτοί επιτέθηκαν νύχτα στους Φωκείς και σκότωσαν τον Μνασέα τον στρατηγός τους και περίπου διακόσιους στρατιώτες. Μετά από λίγο έγινε ιππομαχία κοντά στη Χαιρώνεια όπου ο Φάλαικος ηττήθηκε και έχασε πολλούς ιππείς. |
- Διόδωρος Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη, 16, 39
| Φάλαικος δὲ περὶ τὴν Βοιωτίαν διατρίβων Χαιρώνειαν εἷλε καὶ τῶν Θηβαίων ἐπιβοηθησάντων ἐξέπεσεν ἐκ τῆς πόλεως. ἔπειθ᾽ οἱ μὲν Βοιωτοὶ πολλῇ δυνάμει στρατεύσαντες εἰς τὴν Φωκίδα τὴν πλείστην αὐτῆς ἐπόρθησαν καὶ τὰς κατὰ τὴν χώραν κτήσεις ἐδῄωσαν… | Μτφρ.: ο Φάλαικος συνεχίζοντας τις επιδρομές του στη Βοιωτία κυρίευσε τη Χαιρώνεια και τους Θηβαίους που έτρεξαν να βοηθήσουν έδιωξε από την πόλη. Έπειτα οι Βοιωτοί με μεγάλη δύναμη εκστράτευσαν στη Φωκίδα και το μεγαλύτερο μέρος της κυρίευσαν και τα κτήματα λεηλάτησαν…
|
- Διόδωρος Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη, 16, 85,86
| ὁ δὲ Δημοσθένης … πρεσβεύσας καὶ πείσας ἐπανῆλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας. ὁ δὲ δῆμος τῇ τῶν Βοιωτῶν συμμαχίᾳ διπλασάσας τὴν προϋπάρχουσαν δύναμιν ἀνεθάῤῥησε ταῖς ἐλπίσιν. εὐθὺ δὲ καὶ στρατηγοὺς κατέστησε τοὺς περὶ Χάρητα καὶ Λυσικλέα καὶ πανδημεὶ μετὰ τῶν ὅπλων ἐξέπεμψε τοὺς στρατιώτας εἰς τὴν Βοιωτίαν. τῶν δὲ νέων ἁπάντων προθύμως εἰς τὸν ἀγῶνα καταντώντων οὗτοι μὲν κατὰ σπουδὴν ὁδοιπορήσαντες ἧκον εἰς Χαιρώνειαν τῆς Βοιωτίας· οἱ δὲ Βοιωτοὶ θαυμάσαντες τὴν ὀξύτητα τῆς τῶν Ἀθηναίων παρουσίας καὶ αὐτοὶ σπουδῆς οὐδὲν ἐλλείποντες ἀπήντησαν μετὰ τῶν ὅπλων καὶ κοινῇ στρατοπεδεύσαντες ὑπέμενον τὴν τῶν πολεμίων ἔφοδον. Φίλιππος δὲ τὸ μὲν πρῶτον ἐξέπεμψεν ἐπὶ τὸ κοινὸν τῶν Βοιωτῶν πρέσβεις, ὧν ἦν ἐπιφανέστατος Πύθων… μετὰ δὲ ταῦθ᾽ ὁ Φίλιππος ἀποτυχὼν τῆς τῶν Βοιωτῶν συμμαχίας οὐδὲν ἧττον ἔκρινε πρὸς ἀμφοτέρους διαγωνίσασθαι· διὸ καὶ προσαναμείνας τοὺς ἀφυστεροῦντας τῶν συμμάχων ἧκεν εἰς τὴν Βοιωτίαν, ἔχων πεζοὺς μὲν πλείους τῶν τρισμυρίων, ἱππεῖς δὲ οὐκ ἔλαττον τῶν δισχιλίων. ἀμφοτέρων δὲ πρὸς τὴν μάχην εὐτρεπῶν γενομένων τοῖς μὲν φρονήμασι καὶ ταῖς προθυμίαις, ἔτι δὲ ταῖς ἀνδραγαθίαις ἐφάμιλλοι καθειστήκεισαν, τῷ δὲ πλήθει καὶ τῇ κατὰ τὴν στρατηγίαν ἀρετῇ προεῖχεν ὁ βασιλεύς. πολλὰς γὰρ καὶ ποικίλας παρατάξεις ἠγωνισμένος καὶ ἐν ταῖς πλείσταις μάχαις νενικηκὼς μεγάλην εἶχεν ἐμπειρίαν τῶν κατὰ πόλεμον ἔργων. παρὰ δὲ τοῖς Ἀθηναίοις οἱ μὲν ἀγαθώτατοι τῶν στρατηγῶν ἐτετελευτήκεισαν, Ἰφικράτης καὶ Χαβρίας, ἔτι δὲ Τιμόθεος, τῶν δ᾽ ὑπολελειμμένων Χάρης πρωτεύων οὐδὲν διέφερε τῶν τυχόντων ἰδιωτῶν κατὰ τὴν ἐν τῷ στρατηγεῖν ἐνέργειαν καὶ βουλήν. μα δ᾽ ἡμέρᾳ τῶν δυνάμεων ἐκταττομένων ὁ μὲν βασιλεὺς τὸν υἱὸν Ἀλέξανδρον, ἀντίπαιδα τὴν ἡλικίαν ὄντα, διάδηλον δὲ τὴν ἀνδρείαν καὶ τὴν ὀξύτητα τῆς ἐνεργείας ἔχοντα, κατέστησεν ἐπὶ θάτερον τῶν κεράτων, παρακαταστήσας αὐτῷ τῶν ἡγεμόνων τοὺς ἀξιολογωτάτους: αὐτὸς δὲ τοὺς ἐπιλέκτους ἔχων μεθ᾽ ἑαυτοῦ τὴν ἡγεμονίαν εἶχε τοῦ ἑτέρου μέρους καὶ τὰς κατὰ μέρος τάξεις οἰκείως τοῖς παροῦσι καιροῖς διεκόσμησεν. οἱ δ᾽ Ἀθηναῖοι κατ᾽ ἔθνος τὴν διαίρεσιν τῆς τάξεως ποιησάμενοι τοῖς μὲν Βοιωτοῖς τὸ ἕτερον μέρος παρέδωκαν, αὐτοὶ δὲ τοῦ λοιποῦ τὴν ἡγεμονίαν εἶχον. γενομένης δὲ μάχης καρτερᾶς ἐπὶ πολὺν χρόνον καὶ πολλῶν πιπτόντων παρ᾽ ἀμφοτέροις μέχρι μέν τινος ὁ ἀγὼν ἀμφιδοξουμένας εἶχε τὰς ἐλπίδας τῆς νίκης. μετὰ δὲ ταῦτα τοῦ Ἀλεξάνδρου φιλοτιμουμένου τῷ πατρὶ τὴν ἰδίαν ἀνδραγαθίαν ἐνδείξασθαι καὶ φιλοτιμίας ὑπερβολὴν οὐκ ἀπολείποντος, ὁμοίως δὲ καὶ πολλῶν αὐτῷ συναγωνιζομένων ἀνδρῶν ἀγαθῶν πρῶτος τὸ συνεχὲς τῆς τῶν πολεμίων τάξεως ἔῤῥηξε καὶ πολλοὺς καταβαλὼν κατεπόνει τοὺς καθ᾽ αὑτὸν τεταγμένους. τὸ δ᾽ αὐτὸ καὶ τῶν παραστατῶν αὐτῷ ποιησάντων τὸ συνεχὲς αἰεὶ τῆς τάξεως παρεῤῥήγνυτο. πολλῶν δὲ σωρευομένων νεκρῶν οἱ περὶ τὸν Ἀλέξανδρον πρῶτοι βιασάμενοι τοὺς καθ᾽ αὑτοὺς ἐτρέψαντο. μετὰ δὲ ταῦτα καὶ ὁ βασιλεὺς αὐτὸς προκινδυνεύων καὶ τῆς νίκης τὴν ἐπιγραφὴν οὐδ᾽ αὐτῷ παραχωρῶν Ἀλεξάνδρῳ τὸ μὲν πρῶτον ἐξέωσε τῇ βίᾳ τοὺς ἀντιτεταγμένους, ἔπειτα δὲ καὶ φεύγειν συναναγκάσας αἴτιος ἐγένετο τῆς νίκης. τῶν δ᾽ Ἀθηναίων ἔπεσον μὲν ἐν τῇ μάχῃ πλείους τῶν χιλίων, ἥλωσαν δ᾽ οὐκ ἐλάττους τῶν δισχιλίων. ὁμοίως δὲ καὶ τῶν Βοιωτῶν πολλοὶ μὲν ἀνῃρέθησαν, οὐκ ὀλίγοι δ᾽ ἐζωγρήθησαν. μετὰ δὲ τὴν μάχην ὁ Φίλιππος τρόπαιον στήσας καὶ τοὺς νεκροὺς εἰς ταφὴν συγχωρήσας ἐπινίκια τοῖς θεοῖς ἔθυσε καὶ τοὺς ἀνδραγαθήσαντας κατὰ τὴν ἀξίαν ἐτίμησεν. | Μτφρ.: Ο Δημοσθένης… αφού στάλθηκε επικεφαλής πρεσβείας (στη Βοιωτία) και τους πήρε με το μέρος (της Αθήνας) επανήλθε στην Αθήνα. Με τη συμμαχία των Βοιωτών ο λαός διπλασίαζε την προϋπάρχουσα δύναμή του και αυτό αναζωπύρωσε τις ελπίδες του. αμέσως όρισε στρατηγούς τους γύρω από τον Χάρητα και τον Λυσικλή και όλους μαζί τους στρατιώτες τους έστειλε ένοπλους στη Βοιωτία. Και καθώς όλοι οι νέοι ανεξαιρέτως ρίχτηκαν πρόθυμα στον αγώνα, με βιασύνη οδοιπόρησαν και έφτασαν στη Χαιρώνεια της Βοιωτίας · οι Βοιωτοί θαύμασαν την ταχύτητα της παρουσίας των Αθηναίων και οι ίδιοι τους συνάντησαν ένοπλοι, χωρίς να υστερούν στην ταχύτητα, και από κοινού στρατοπέδευσαν και περίμεναν την έφοδο των εχθρών. Ο Φίλιππος πρώτα έστειλε πρέσβεις στο Κοινό των Βοιωτών, από τους οποίους ο πιο επιφανής ήταν ο Πύθων … όταν μετά από αυτά απέτυχε να κερδίσει τη συμμαχία των Βοιωτών, αποφάσισε να πολεμήσει το ίδιο και με τους δύο· για αυτό και αφού περίμενε όσους συμμάχους του είχαν καθυστερήσει, έφτασε στη Βοιωτία έχοντας περισσότερους από τριάντα χιλιάδες πεζούς και όχι λιγότερους από δύο χιλιάδες ιππείς. Και οι δύο ήταν προετοιμασμένοι για μάχη και στο φρόνημα και στην προθυμία και κατέστησαν εφάμιλλοι στα ανδραγαθήματα ενώ στο πλήθος και στη στρατηγική ικανότητα ξεχώριζε ο βασιλιάς (ο Φίλιππος) , καθώς, έχοντας αγωνιστεί σε ποικίλες παρατάξεις και έχοντας κερδίσει πολλές νίκες, είχε εμπειρία των πολεμικών έργων. Από την άλλη, οι πιο γενναίοι από τους στρατηγούς των Αθηναίων είχαν πεθάνει, ο Ιφικράτης, ο Χαβρίας και ακόμη και ο Τιμόθεος, ενώ από αυτούς που είχαν απομείνει ο Χάρης είχε τα πρωτεία, ο οποίος δεν διέφερε καθόλου από έναν τυχαίο απλό πολίτη ως προς τη στρατηγική ενέργεια και σκέψη… όταν κατά τη διάρκεια της ημέρας οι δυνάμεις παρατάχθηκαν, ο βασιλιάς τον γιο του Αλέξανδρο, που ήταν μικρός στην ηλικία, αλλά είχε κάνει φανερή την ανδρεία του και την οξύτητα των ενεργειών του, τον έβαλε επικεφαλής σε μία από τις παρατάξεις, τοποθετώντας κοντά του αρχηγούς αξιολογότατους. Ο ίδιος έχοντας μαζί του τους επίλεκτους πήρε την ηγεμονία του άλλου μέρους και τις επιμέρους παρατάξεις τακτοποίησε κατάλληλα με την περίσταση. Οι Αθηναίοι, αφού χώρισαν τις παρατάξεις ανάλογα με την καταγωγή του καθενός, έδωσαν στους Βοιωτούς την ηγεμονία του ενός μέρους και οι ίδιοι πήραν το υπόλοιπο. Έγινε μάχη δυνατή για πολύ χρόνο και πολλοί έπεφταν και από τις δύο παρατάξεις και μέχρι ενός σημείου οι ελπίδες της νίκης ήταν αμφίρροπες. Μετά από αυτά φάνηκε ότι ο Αλέξανδρος συναγωνιζόταν τον πατέρα του στη γενναιότητα και δεν έμενε πίσω από αυτών στην υπερβολική φιλοτιμία και όμοια και πολλοί από τους γενναίους άνδρες που αγωνίζονταν μαζί του και έτσι πρώτος έσπασε την ενότητα της παράταξης των εχθρών και ρίχνοντας κάτω πολλούς υπέτασσε όσους του εναντιώνονταν. Το ίδιο έκαναν και οι συμπολεμιστές του και διέλυσαν εντελώς την ενότητα της παράταξης. Και καθώς σωρεύονταν πολλοί νεκροί, οι γύρω από τον Αλέξανδρο πρώτοι απώθησαν με τη βία τους ενάντιους και τους έτρεψαν σε φυγή. Μετά από αυτά και ο ίδιος ο βασιλιάς ρίχτηκε στον κίνδυνο και μη θέλοντας να παραχωρήσει ούτε στον ίδιο τον Αλέξανδρο την τιμή της νίκης, πρώτα με τη βία απώθησε τους αντιπάλους και έπειτα αναγκάζοντάς τους σε φυγή έγινε αίτιος της νίκης. Από τους Αθηναίους έπεσαν στη μάχη περισσότεροι από χίλιοι και αιχμαλωτίστηκαν όχι λιγότεροι από δύο χιλιάδες. Όμοια και από τους Βοιωτούς πολλοί σκοτώθηκαν και πολλοί πιάστηκαν ζωντανοί. Μετά τη μάχη ο Φίλιππος έστησε τρόπαιο και αφού επέτρεψε την ταφή των νεκρών, πρόσφερε επινίκιες θυσίες στους θεούς και τίμησε αυτούς που έκαναν ανδραγαθίες ανάλογα με την αξία τους. |
| ἐν δὲ τῷ αὐτῷ θέρει καὶ Δημοσθένης Ἀθηναίων στρατηγὸς τεσσαράκοντα ναυσὶν ἀφικνεῖται ἐς Ναύπακτον, εὐθὺς μετὰ τὴν ἐκ τῆς Μεγαρίδος ἀναχώρησιν. τῷ γὰρ Ἱπποκράτει καὶ ἐκείνῳ τὰ Βοιώτια πράγματα ἀπό τινων ἀνδρῶν ἐν ταῖς πόλεσιν ἐπράσσετο, βουλομένων μεταστῆσαι τὸν κόσμον καὶ ἐς δημοκρατίαν ὥσπερ οἱ Ἀθηναῖοι τρέψαι· καὶ Πτοιοδώρου μάλιστ’ ἀνδρὸς φυγάδος ἐκ Θηβῶν ἐσηγουμένου τάδε αὐτοῖς παρεσκευάσθη. Σίφας μὲν ἔμελλόν τινες προδώσειν (αἱ δὲ Σῖφαί εἰσι τῆς Θεσπικῆς γῆς ἐν τῷ Κρισαίῳ κόλπῳ ἐπιθαλασσίδιοι)· Χαιρώνειαν δέ, ἣ ἐς Ὀρχομενὸν τὸν Μινύειον πρότερον καλούμενον, νῦν δὲ Βοιώτιον, ξυντελεῖ, ἄλλοι ἐξ Ὀρχομενοῦ ἐνεδίδοσαν, καὶ οἱ Ὀρχομενίων φυγάδες ξυνέπρασσον τὰ μάλιστα καὶ ἄνδρας ἐμισθοῦντο ἐκ Πελοποννήσου (ἔστι δὲ ἡ Χαιρώνεια ἔσχατον τῆς Βοιωτίας πρὸς τῇ Φανοτίδι τῆς Φωκίδος, καὶ Φωκέων μετεῖχόν τινες. | Μτφρ.: στη διάρκεια αυτού του καλοκαιριού και ο Δημοσθένης, ο στρατηγός των Αθηναίων, με σαράντα πλοία φτάνει στη Ναύπακτο, αμέσως μετά την αναχώρηση από τη Μεγαρίδα. Με τον Ιπποκράτη και εκείνον διαπραγματεύονταν διάφορα βοιωτικά ζητήματα κάποιοι άνδρες στις πόλεις, θέλοντας να στασιάσουν και να τρέψουν την πολιτική παράταξη σε δημοκρατία, όπως έχουν οι Αθηναίοι · και αυτά προετοιμάστηκαν από αυτούς με πρόταση του Πτοιοδώρου, ενός εξόριστου από τη Θήβα. Σκόπευαν λοιπόν κάποιοι να προδώσουν τις Σίφες (οι Σίφες είναι παραθαλάσσια περιοχή της Θεσπικής γης στον Κρισσαίο κόλπο)· και την Χαιρώνεια, η οποία πρώτα ήταν φόρου υποτελής στον ονομαζόμενο Μινύειο Ορχομενό και τώρα Βοιώτιο, θα παρέδιδαν με προδοσία άλλοι από τον Ορχομενό και οι Ορχομένιοι εξόριστοι βοήθησαν πάρα πολύ και μίσθωναν άντρες από την Πελοπόννησο (και επειδή η Χαιρώνεια βρίσκεται στο άκρο της Βοιωτίας προς τη Φανοτίδα της Φωκίδας, μετείχαν και κάποιοι Φωκείς. |
- Θουκυδίδης, 4, 89
| τοῦ δ’ ἐπιγιγνομένου χειμῶνος εὐθὺς ἀρχομένου, ὡς τῷ Ἱπποκράτει καὶ Δημοσθένει στρατηγοῖς οὖσιν Ἀθηναίων τὰ ἐν τοῖς Βοιωτοῖς ἐνεδίδοτο καὶ ἔδει τὸν μὲν Δημοσθένη ταῖς ναυσὶν ἐς τὰς Σίφας ἀπαντῆσαι, τὸν δ’ ἐπὶ τὸ Δήλιον, γενομένης διαμαρτίας τῶν ἡμερῶν ἐς ἃς ἔδει ἀμφοτέρους στρατεύειν, ὁ μὲν Δημοσθένης πρότερον πλεύσας πρὸς τὰς Σίφας καὶ ἔχων ἐν ταῖς ναυσὶν Ἀκαρνᾶνας καὶ τῶν ἐκεῖ πολλοὺς ξυμμάχων, ἄπρακτος γίγνεται μηνυθέντος τοῦ ἐπιβουλεύματος ὑπὸ Νικομάχου ἀνδρὸς Φωκέως ἐκ Φανοτέως, ὃς Λακεδαιμονίοις εἶπεν, ἐκεῖνοι δὲ Βοιωτοῖς· καὶ βοηθείας γενομένης πάντων Βοιωτῶν (οὐ γάρ πω Ἱπποκράτης παρελύπει ἐν τῇ γῇ ὤν) προκαταλαμβάνονται αἵ τε Σῖφαι καὶ ἡ Χαιρώνεια. ὡς δὲ ᾔσθοντο οἱ πράσσοντες τὸ ἁμάρτημα, οὐδὲν ἐκίνησαν τῶν ἐν ταῖς πόλεσιν. | Μτφρ.: μόλις ξεκίνησε ο επόμενος χειμώνας, επειδή στον Ιπποκράτη και στον Δημοσθένη ,που ήταν στρατηγοί των Αθηναίων, είχαν συνωμοτήσει ώστε να παραδώσουν με προδοσία οι πόλεις στη Βοιωτία και έπρεπε ο Δημοσθένης να συναντήσει τα πλοία στις Σίφες και ο άλλος στο Δήλιο, κάνοντας λάθος στον υπολογισμό των ημερών, κατά τις οποίες έπρεπε να εκστρατεύσουν, ο Δημοσθένης έπλευσε νωρίτερα προς τις Σίφες και έχοντας στα πλοία Ακαρνάνες και πολλούς των εκεί συμμάχων απέτυχε καθώς καταγγέλθηκε η συνομωσία από τον Νικόμαχο έναν άνδρα από τον Φανοτέα της Φωκίδας που το είπε στους Λακεδαιμονίους και εκείνοι στους Βοιωτούς. Και έτρεξαν σε βοήθεια όλοι οι Βοιωτοί (γιατί ο Ιπποκράτης δεν παρενοχλούσε τη γη τους) και κυριεύονται πριν φτάσουν αυτοί και οι Σίφες και η Χαιρώνεια. Όταν το πληροφορήθηκαν αυτοί που έκαναν το λάθος, δεν κατευθύνθηκαν εναντίον αυτών στις πόλεις. |
- Όμηρος, Ιλιάδα, Β 494- 510
| Βοιωτῶν μὲν Πηνέλεως καὶ Λήϊτος ἦρχον 495 Ἀρκεσίλαός τε Προθοήνωρ τε Κλονίος τε, οἵ θ᾽ Ὑρίην ἐνέμοντο καὶ Αὐλίδα πετρήεσσαν Σχοῖνόν τε Σκῶλόν τε πολύκνημόν τ᾽ Ἐτεωνόν, Θέσπειαν Γραῖάν τε καὶ εὐρύχορον Μυκαλησσόν, οἵ τ᾽ ἀμφ᾽ Ἅρμ᾽ ἐνέμοντο καὶ Εἰλέσιον καὶ Ἐρυθράς, 500 οἵ τ᾽ Ἐλεῶν᾽ εἶχον ἠδ᾽ Ὕλην καὶ Πετεῶνα, Ὠκαλέην Μεδεῶνά τ᾽, ἐϋκτίμενον πτολίεθρον, Κώπας Εὔτρησίν τε πολυτρήρωνά τε Θίσβην, οἵ τε Κορώνειαν καὶ ποιήενθ᾽ Ἁλίαρτον, οἵ τε Πλάταιαν ἔχον ἠδ᾽ οἳ Γλισᾶντ᾽ ἐνέμοντο, 505 οἵ θ᾽ Ὑποθήβας εἶχον, ἐϋκτίμενον πτολίεθρον, Ὀγχηστόν θ᾽ ἱερόν, Ποσιδήϊον ἀγλαὸν ἄλσος, οἵ τε πολυστάφυλον Ἄρνην ἔχον, οἵ τε Μίδειαν Νῖσάν τε ζαθέην Ἀνθηδόνα τ᾽ ἐσχατόωσαν· τῶν μὲν πεντήκοντα νέες κίον, ἐν δὲ ἑκάστῃ 510 κοῦροι Βοιωτῶν ἑκατὸν καὶ εἴκοσι βαῖνον. |
Μτφρ.: Των Βοιωτών οι αρχηγοί Πηνέλαος, Κλονίος, 495Προθήνωρ, Αρκεσίλαος, και Λήτος διοικούσαν όσους απόστειλ᾽ η Αυλίς πετρώδης, η Υρία, η Σχοίνος, ο Ετεωνός πολύλοφος, η Σκώλος, η ευρύχωρη Μυκαλησσός, η Θέσπεια κι η Γραία, όσους το Άρμ᾽ απόστειλε, το Ειλέσιον, οι Ερύθρες, 500ακόμη όσους ο Ελεών, ο Πετεών, η Ύλη, ο Μεδεών πόλις καλή και όσους η Ωκαλέη, η Θίσβ᾽ η πολυτρύγονη, η Εύτρησις, οι Κώπες, κι ο χλοερός Αλίαρτος, κι όσους ακόμη εστείλαν ο Γλίσας, η Κορώνεια, η Πλάταια και η πόλις 505ωραία των Υποθηβών, και η πόλις η αγία η Όγχηστος, πολύδενδρο του Ποσειδώνος κτήμα, η θεία Νίσα, η Μίδεια, η Άρνη αμπελοφόρα, και όσοι από την έσχατην έφθασαν Ανθηδόνα. Πενήντα σαν τα πλοία των κι επάνω στο καθένα 510ήσαν εκατόν είκοσι των Βοιωτών αγόρια. |
- Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Αλέξανδρος 9
| Ἐν δὲ Χαιρωνείᾳ τῆς πρὸς τοὺς Ἕλληνας μάχης παρὼν μετέσχε, καὶ λέγεται πρῶτος ἐνσεῖσαι τῷ ἱερῷ λόχῳ τῶν Θηβαίων. ἔτι δὲ καὶ καθ’ ἡμᾶς ἐδείκνυτο παλαιὰ παρὰ τὸν Κηφισὸν Ἀλεξάνδρου καλουμένη δρῦς, πρὸς ἣν τότε κατεσκήνωσε, καὶ τὸ πολυάνδριον οὐ πόῤῥω τῶν Μακεδόνων ἐστίν. | Μτφρ.: Στη Χαιρώνεια ήταν παρών (ο Αλέξανδρος) και πήρε μέρος στη μάχη εναντίον των Ελλήνων και λέγεται ότι πρώτος διείσδυσε στον ιερό λόχο των Θηβαίων. Ακόμη και στα χρόνια μας (του Πλουτάρχου) έδειχναν μια παλαιά δρυ κοντά στον Κηφισό που ονομαζόταν η δρυς του Αλεξάνδρου, κοντά στην οποία τότε κατασκήνωσε, και το πολυάνδριο των Μακεδόνων δεν είναι μακριά από αυτή. |
- Παυσανίας Βοιωτικά, ΙΧ, 6, 5
| τὸ ἐν Χαιρωνείᾳ σφάλμα συμφορὰν γενέσθαι τοῖς πᾶσιν Ἕλλησι ·Θηβαίους δὲ καὶ ἐς πλέον κατέλαβεν, οἷς γε καὶ ἐσήχθη ἐς τὴν πόλιν φρουρά. | Μτφρ.: η ήττα στη Χαιρώνεια ήταν καταστροφική για όλους τους Έλληνες, αλλά περισσότερο έβλαψε τους Θηβαίους, στην πόλη των οποίων εγκαταστάθηκε φρουρά |
- Παυσανίας, Φωκικά, Χ, 3,3
| ἀφῃρέθησαν δὲ οἱ Φωκεῖς καὶ μετεῖναί σφισιν ἱεροῦ τοῦ ἐν Δελφοῖς καὶ συνόδου τῆς ἐς τὸ Ἑλληνικόν, καὶ τὰς ψήφους αὐτῶν Μακεδόσιν ἔδοσαν οἱ Ἀμφικτύονες. ἀνὰ χρόνον μέντοι τοῖς Φωκεῦσιν αἱ πόλεις ἀνῳκίσθησαν καὶ ἐς τὰς πατρίδας κατήχθησαν ἐκ τῶν κωμῶν, πλὴν εἰ μὴ ἀνοικισθῆναί τινας ἐκώλυσεν ἀσθένειά τε ἡ ἐξ ἀρχῆς καὶ ἡ τῶν χρημάτων ἐν τῷ τότε ἔνδεια· Ἀθηναῖοι δὲ καὶ Θηβαῖοι σφᾶς ἦσαν οἱ κατάγοντες, πρὶν ἢ τὸ ἐν Χαιρωνείᾳ συμβῆναι πταῖσμα Ἕλλησι. καὶ ἀγῶνος τοῦ ἐν Χαιρωνείᾳ μετέσχον οἱ Φωκεῖς… | Μτφρ.: έχασαν τη συμμετοχή τους οι Φωκείς και στο ιερό στους Δελφούς και στο ελληνικό συνέδριο και τις ψήφους τους έδωσαν στους Μακεδόνες οι Αμφικτύονες. Με τα χρόνια οι πόλεις των Φωκέων ξαναχτίστηκαν, εκτός από αυτές που εμπόδισε να ξαναχτιστούν η αρχική αδυναμία και η τότε έλλειψη χρημάτων · οι Αθηναίοι και οι Θηβαίοι ήταν αυτοί που τους επανέφεραν πριν συμβεί το ατυχές για τους Έλληνες γεγονός στη Χαιρώνεια. Και στη μάχη στη Χαιρώνεια συμμετείχαν και οι Φωκείς…. |
- Πολύβιος, Ιστορίαι, ε’
| Ἀντίγονος … οὐ μόνον ἐκρίθη παρ’ αὐτὸν τὸν καιρὸν εὐεργέτης, ἀλλὰ καὶ μεταλλάξας σωτήρ, οὐδὲ παρὰ μόνοις Λακεδαιμονίοις, ἀλλὰ παρὰ πᾶσι τοῖς Ἕλλησιν ἀθανάτου τέτευχε τιμῆς καὶ δόξης ἐπὶ τοῖς προειρημένοις. καὶ μὴν ὁ πρῶτος αὐτῶν αὐξήσας τὴν βασιλείαν καὶ γενόμενος ἀρχηγὸς τοῦ προσχήματος τῆς οἰκίας, Φίλιππος νικήσας Ἀθηναίους τὴν ἐν Χαιρωνείᾳ μάχην, οὐ τοσοῦτον ἤνυσε διὰ τῶν ὅπλων ὅσον διὰ τῆς ἐπιεικείας καὶ φιλανθρωπίας τῶν τρόπων. | Μτφρ.: Ο Αντίγονος όχι μόνο κρίθηκε αυτό τον καιρό ευεργέτης, αλλά άλλαξε και σε σωτήρα. Όχι μόνο από τους Λακεδαιμονίους αλλά και από όλους τους Έλληνες έτυχε αθάνατης τιμής και δόξας για τα προειρημένα. Και ήταν ο πρώτος που αύξησε τη βασιλεία τους και έγινε αρχηγός της προστασίας της δυναστείας, παρόλο που ο Φίλιππος νίκησε στη μάχη της Χαιρώνειας , δεν ωφέλησε τόσο με τα όπλα όσο με την επιείκεια και τη φιλανθρωπία των τρόπων του. |
- Σουΐδας
| Δημάδης : …Δημέου ναύτου, ναύτης καὶ αὐτός, ναυπηγὸς καὶ προθμεύς, ἀποστὰς δὲ τούτων ἐπολιτεύσατο καὶ ἦν προδότης καὶ ἐκ τούτου εὔπορος παντὸς καὶ κτήματα ἐν Βοιωτίᾳ παρὰ Φιλίππου δωρεὰν ἔλαβεν. .. ἐπέστελλε δὲ Φιλίππῳ καὶ τὸν υἱὸν ἔπεμπε πρὸς αὐτόν… ἔγραψε καὶ ψήφισμα τῷ Φιλίππῳ τοὺς Ἕλληνας ὑπακούειν. ἐν Χαιρωνείᾳ δὲ αἰχμάλωτος γενόμενος ἀφέθη καὶ πρεσβευτὴς ὑπὲρ τῶν αἰχμαλώτων ἀπεστάλη, οὓς ἀνῆκε Φίλιππος. .. | ΜΤΦΡ.: Δημάδης : … (ο Δημάδης) γιος του Δημέου του ναυτικού, ναυτικός και ο ίδιος, ναυπηγός και πορθμέας, αφού άφησε αυτές τις ασχολίες, πολιτεύτηκε και έγινε προδότης και εξαιτίας αυτού πλούσιος σε όλα και πολλά κτήματα στη Βοιωτία πήρε ως δώρο από τον Φίλιππο… βρισκόταν σε επικοινωνία με τον Φίλιππο και έστελνε τον γιο του σε αυτόν… έγραψε και ψήφισμα να υπακούουν οι Έλληνες στον Φίλιππο. Στη Χαιρώνεια πιάστηκε αιχμάλωτος και αφέθηκε ελεύθερος και στάλθηκε ως πρεσβευτής για τους αιχμαλώτους, τους οποίους κατείχε ο Φίλιππος… |
- Σουΐδας
| Δημοσθένης ὁ ῥήτωρ… ἐπολιτεύσατο δὲ κατὰ Φίλιππον · οὗ Θηβαίοις ἐπιόντος, πείθει συμμαχῆσαι · καὶ κατὰ Χαιρώνειαν ἡττῶνται, χιλίων ἀποθανόντων καὶ δισχιλίων αἰχμαλώτων. | Μτφρ. : ο Δημοσθένης ο ρήτορας … πολιτεύτηκε εναντίον του Φιλίππου · αυτός πήγε στους Θηβαίους και τους έπεισε να συμμαχήσουν (με τους Αθηναίους εναντίον του Φιλίππου) · το αποτέλεσμα ήταν να ηττηθούν στη μάχη στη Χαιρώνεια και χίλιοι να σκοτωθούν και δύο χιλιάδες να αιχμαλωτιστούν. |
- Σουΐδας
| Φίλιππος ὁ βασιλεύς νικήσας Ἀθηναίους τὴν ἐν Χαιρωνείᾳ μάχην, οὐ τοσοῦτον ἤνυσε διὰ τῶν ὅπλων ὅσον διὰ τῆς ἐπιεικείας καὶ φιλανθρωπίας τῶν τρόπων · τῷ μὲν γὰρ πολέμῳ καὶ τοῖς ὅπλοις αὐτῶν περιεγένετο καὶ κύριος κατέστη τῶν ἀντιταξαμένων, τῇ δ’ εὐγνωμοσύνῃ καὶ μετριὀτητι πάντας Ἀθηναίους ἅμα καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἔσχεν ὑποχείριον, οὐκ ἐπιμετρῶν τῷ θυμῷ τοῖς πραττομένοις, ἀλλὰ μέχρι τούτου πολεμῶν καὶ φιλονικῶν ἕως τοῦ λαβεῖν ἀφορμὰς πρὸς ἀπόδειξιν τῆς αὑτοῦ πραότητος καὶ καλοκαγαθίας, τοιγαροῦν χωρὶς λύτρων ἀποστείλας τοὺς αἰχμαλὠτους καὶ κηδεύσας τῶν Ἀθηναίων τοὺς τετελευτηκότας, ἔτι δὲ καὶ συνθεὶς Ἀντιπάτρῳ τὰ τούτων ὀστᾶ καὶ τῶν ἀπαλλαττομένων τοὺς πλείστους ἀμφιέσας, διὰ τὴν ἀγχίνοιαν μεγίστην πρᾶξιν ἀπειργάσατο · τὸ γὰρ Ἀθηναίων φρόνημα καταπληξάμενος τῇ μεγαλοψυχίᾳ πρὸς πᾶν ἑτοίμους αὐτοὺς ἔσχε συναγωνιστὰς ἀντὶ πολεμίων. | Μτφρ.: ο Φίλιππος ο βασιλιάς αφού νίκησε τους Αθηναίους στη μάχη της Χαιρώνειας, δεν πέτυχε τόσο με τα όπλα όσο με τη συμπεριφορά της επιείκειας και της φιλανθρωπίας. Γιατί με τη μάχη και τα όπλα επικράτησε αυτών και έγινε κύριος των αντιπάλων, αλλά με την ευγνωμοσύνη και τη μετριότητα όλους τους Αθηναίους και ταυτόχρονα και την πόλη τους οδήγησε υπό την εξουσία του, χωρίς θυμό για αυτά που έγιναν αλλά μέχρι αυτού του σημείου πολεμώντας και φιλονικώντας ώσπου να λάβει αφορμές για να αποδείξει την πραότητα και την καλοκαγαθία του, αφού χωρίς λύτρα έστειλε πίσω τους αιχμαλώτους και κήδευσε τους νεκρούς των Αθηναίων και ακόμη έκανε συμφωνία με τον Αντίπατρο για το οστά αυτών και τους περισσότερους απελευθερωμένους έντυσε, έτσι ώστε να κατορθώσει μια σπουδαία πράξη χάρη στην οξύνοιά του. γιατί την υπερηφάνεια των Αθηναίων κατέρριψε με την μεγαλοψυχία του και σε όλα τους κατέστησε πρόθυμους συναγωνιστές αντί εχθρούς.
|
Ε) παροιμίες
- Σουΐδας
| ἐς Κόρακας · Βοιωτοῖς Ἄρνην ποτὲ οἰκοῦσιν ἐρρήθη ὐπὸ τοῦ θεοῦ ἐκπεσεῖσθαι τῆς χώρας λευκῶν κοράκων φανέντων. Νέοι δὲ μεθυσθέντες ποτέ, συλλαβόμενοι κόρακας ἐγύψωσαν κατὰ παίγνιον καὶ ἀπέστειλαν πωτᾶσθαι. ἰδόντες δὲ οἱ Βοιωτοὶ ἐταρἀχθησαν, ὡς τῆς μαντείας λαβούσης τέλος. Καὶ φοβηθέντες οἱ νεανίσκοι τὸν θόρυβον ἔφυγον καὶ ᾤκησάν τινα τόπον, ὃν ἐκάλεσαν Κόρακας · εἰς ὃν μετὰ ταῦτα οἰ τὴν Βοιωτίαν οἰκοῦντες τοὺς ἁμαρτάνοντας ἔπεμπον. Οἱ δὲ ὡς τοῦ ζῴου ἀναιδοῦς καὶ δυσοιωνιστικοῦ τῶν ἀνθρώπων ὄντος…. | Μτφρ.: στους κόρακες: στους Βοιωτούς που κατοικούσαν την Άρνη κάποτε δόθηκε χρησμός από τον θεό ότι θα χάσουν τη χώρα αν παρουσιαστούν λευκά κοράκια. Κάποιοι νέοι μεθυσμένοι κάποτε, έπιασαν κοράκια, τα έβαψαν με γύψο και τα έστειλαν να πετάξουν για να γελάσουν. Όταν τα είδαν οι Βοιωτοί ταράχθηκαν, καθώς η μαντεία εκπληρωνόταν. Επειδή φοβήθηκαν οι νεαροί την αναστάτωση που προκλήθηκε, έφυγαν και κατοίκησαν δε κάποιον τόπο που ονόμασαν Κόρακας · σε αυτόν μετά από αυτά οι κάτοικοι της Βοιωτίας έστελναν τους παραβάτες. Άλλοι λένε ότι η παροιμία βγήκε γιατί το ζώο είναι αναιδές και κακός οιωνός για τους ανθρώπους… |
Ρωμαϊκοί χρόνοι
Α) περιγραφή περιοχής
- Παυσανίας , Φωκικά, Χ, 35, 8
| ἐσβολὴ δὲ ἐκ Χαιρωνείας ἐς γῆν τὴν Φωκίδα οὐ μόνον ἡ εὐθεῖά ἐστιν ἐς Δελφοὺς ἡ διά τε Πανοπέως καὶ παρὰ τὴν Δαυλίδα καὶ ὁδὸν τὴν Σχιστήν· φέρει δὲ ἐκ Χαιρωνείας καὶ ἑτέρα τραχεῖά τε ὁδὸς καὶ ὀρεινὴ τὰ πλέονα ἐς πόλιν Φωκέων Στεῖριν· μῆκος δὲ εἴκοσι στάδιοι τῆς ὁδοῦ καὶ ἑκατόν. | Μτφρ.: η πρόσβαση από τη Χαιρώνεια στη φωκική γη δεν είναι μόνο αυτή που οδηγεί στους Δελφούς διά μέσω του Πανοπέως και παραπλεύρως της Δαυλίδας και της Σχιστής οδού. Υπάρχει και άλλος δρόμος από τη Χαιρώνεια, δύσκολος και ορεινός στο μεγαλύτερο μέρος του προς την πόλη των Φωκέων Στείρι. Το μήκος αυτού του δρόμου είναι εκατόν είκοσι στάδια. |
- Στράβων, Γεωγραφικών Θ’, 37
| Χαιρωνείᾳ δ’ ἐστὶν Ὀρχομενοῦ πλησίον, ὅπου Φίλιππος ὁ Ἀμύντου μάχῃ μεγάλῃ νικήσας Ἀθηναίους τε καὶ Βοιωτοὺς καὶ Κορινθίους κατέστη τῆς Ἑλλάδος κύριος · δείκνυται δὲ κἀνταῦθα ταφὴ τῶν πεσόντων ἐν τῇ μάχῃ δημοσίᾳ · περὶ δὲ τοὺς τόπους αὐτοὺς καὶ Ῥωμαῖοι τὰς Μιθριδάτου δυνάμεις πολλῶν μυριάδων κατηγωνίσαντο, ὥστ’ ὀλίγους ἐπὶ θάλατταν σωθέντες φυγεῖν ἐν ταῖς ναυσί, τοὺς δ’ ἄλλους τοὺς μὲν ἀπολέσθαι τοὺς δὲ καὶ ἁλῶναι. | Μτφρ.: Η Χαιρώνεια βρίσκεται κοντά στον Ορχομενό. Εκεί ο Φίλιππος, ο γιος του Αμύντα, αφού νίκησε σε μεγάλη μάχη και τους Αθηναίους και τους Βοιωτούς και τους Κορίνθιους, έγινε κυρίαρχος της Ελλάδας. Δείχνουν και εδώ δημόσιο τάφο των πεσόντων στη μάχη. Στους τόπους αυτούς και οι Ρωμαίοι τις δυνάμεις του Μιθριδάτη με πολλές δεκάδες χιλιάδες στρατιωτών πολέμησαν, με αποτέλεσμα λίγοι να σωθούν και να καταφύγουν στα πλοία στη θάλασσα, ενώ οι υπόλοιποι χάθηκαν και άλλοι αιχμαλωτίστηκαν. |
Β) θρησκεία
- Επιγραφή αιγυπτιακών θεοτήτων (IG VII 3414)
| Φῦρος Σωτέου ἐπιταγῇ Εἴσιδος | Μτφρ.: Ο Φύρος κατ’ απαίτηση της Σωτηρίου Ίσιδος |
- Επιγραφές για ελληνικές θεότητες
| IG VII 3407: Ἀπόλλωνος δαφνηφορίῳ, Ἀρτάμιδος σοωδίνας
3410 – 3411: Καλλινίκα, Κριτόλαος, Ἀριστίων, Καλλίς, Καλλιπίδας Ἀρτάμιδι εἰλειθίῃ
Εὐνόμα, Ἀμφίλυτος, Κριτολάα, Πουθιάς Ἀρτάμιδι εἰλειθίῃ
3416:Ἡρακλεῖ ἀπαλεξικάκῳ Ἵππαρχος χαριστήριον |
Μτφρ.: Στον δαφνηφόρο Απόλλωνα, στη Σωτήρια Άρτεμι
Μτφρ.: η Καλλινίκη, ο Κριτόλαος, ο Αριστίων, η Καλλίς, ο Καλλιπίδας στην Αρτέμιδα τη θεά που βοηθά στον τοκετό Μτφρ.: η Ευνόμη, ο Αμφίλυτος, η Κριτολάη, ο Πουθιάς στην Αρτέμιδα τη θεά που βοηθά στον τοκετό Μτφρ.: Χάρισμα από τον Ίππαρχο στον Ηρακλή που αποκρούει το κακό
|
- Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησις, Χαιρώνεια, ΙΧ, 40, 7/ 10-12 / 41 6-7
| Χαιρωνεῦσι δὲ δύο ἐστὶν ἐν τῇ χώρᾳ τρόπαια, ἃ Ῥωμαῖοι καὶ Σύλλας ἔστησαν Ταξίλον καὶ στρατιὰν τὴν Μιθριδάτου κρατήσαντες. Φίλιππος δὲ οὐκ ἀνέθηκεν ὁ Ἀμύντου τρόπαιον οὔτε ἐνταῦθα οὔτε ὁπόσας μάχας ἄλλας βαρβάρους ἢ καὶ Ἕλληνας ἐνίκησεν: οὐ γάρ τι Μακεδόσιν ἱστάναι τρόπαια ἦν νενομισμένον…. προσιόντων δὲ τῇ πόλει πολυάνδριον Θηβαίων ἐστὶν ἐν τῷ πρὸς Φίλιππον ἀγῶνι ἀποθανόντων. ἐπιγέγραπται μὲν δὴ ἐπίγραμμα οὐδέν, ἐπίθημα δ’ ἔπεστιν αὐτῷ λέων: φέροι δ’ ἂν ἐς τῶν ἀνδρῶν μάλιστα τὸν θυμόν: ἐπίγραμμα δὲ ἄπεστιν ἐμοὶ δοκεῖν ὅτι οὐδὲ ἐοικότα τῇ τόλμῃ σφίσι τὰ ἐκ τοῦ δαίμονος ἠκολούθησε. θεῶν δὲ μάλιστα Χαιρωνεῖς τιμῶσι τὸ σκῆπτρον ὃ ποιῆσαι Διί φησιν Ὅμηρος Ἥφαιστον, παρὰ δὲ Διὸς λαβόντα Ἑρμῆν δοῦναι Πέλοπι, Πέλοπα δὲ Ἀτρεῖ καταλιπεῖν, τὸν δὲ Ἀτρέα Θυέστῃ, παρὰ Θυέστου δὲ ἔχειν Ἀγαμέμνονα: τοῦτο οὖν τὸ σκῆπτρον σέβουσι, Δόρυ ὀνομάζοντες. καὶ εἶναι μέν τι θειότερον οὐχ ἥκιστα δηλοῖ τὸ ἐς τοὺς ἀνθρώπους ἐπιφανὲς ἐξ αὐτοῦ ·φασὶ δ’ ἐπὶ τοῖς ὅροις αὐτῶν καὶ Πανοπέων τῶν ἐν τῇ Φωκίδι εὑρεθῆναι, σὺν δὲ αὐτῷ καὶ χρυσὸν εὕρασθαι τοὺς Φωκεῖς, σφίσι δὲ ἀσμένοις ἀντὶ χρυσοῦ γενέσθαι τὸ σκῆπτρον. κομισθῆναι δὲ αὐτὸ ἐς τὴν Φωκίδα ὑπὸ Ἠλέκτρας τῆς Ἀγαμέμνονος πείθομαι. ναὸς δὲ οὐκ ἔστιν αὐτῷ δημοσίᾳ πεποιημένος, ἀλλὰ κατὰ ἔτος ἕκαστον ὁ ἱερώμενος ἐν οἰκήματι ἔχει τὸ σκῆπτρον: καί οἱ θυσίαι ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν θύονται, καὶ τράπεζα παράκειται παντοδαπῶν κρεῶν καὶ πεμμάτων πλήρης. ἔστι δὲ ὑπὲρ τὴν πόλιν κρημνὸς Πετραχὸς καλούμενος: Κρόνον δὲ ἐθέλουσιν ἐνταῦθα ἀπατηθῆναι δεξάμενον ἀντὶ Διὸς πέτρον παρὰ τῆς Ῥέας, καὶ ἄγαλμα Διὸς οὐ μέγα ἐστὶν ἐπὶ κορυφῇ τοῦ ὄρους.ἐνταῦθα ἐν τῇ Χαιρωνείᾳ μύρα ἀπὸ ἀνθῶν ἕψουσι κρίνου καὶ ῥόδου καὶ ναρκίσσου καὶ ἴρεως: ταῦτα ἀλγηδόνων ἰάματα ἀνθρώποις γίνεται. τὸ δὲ ἐκ τῶν ῥόδων ποιούμενον, εἰ καὶ ἀγάλματα εἰργασμένα ξύλου χρίοις, ῥύεται καὶ ταῦτα σηπεδόνος. ἡ δὲ ἶρις φύεται μὲν ἐν ἕλεσι, μέγεθος δ’ ἐστὶν ἴση κρίνῳ, χρόαν δὲ οὐ λευκή, καὶ ὀσμὴν ἀποδεῖ κρίνου. | Μτφρ. : Στη χώρα των Χαιρωνέων υπάρχουν δύο τρόπαια, αυτά που έστησαν ο Σύλλας και οι Ρωμαίοι όταν νίκησαν τον Τάξιλο και τον στρατό του Μιθριδάτη. Ο Φίλιππος, ο γιος του Αμύντα, δεν έστησε τρόπαιο ούτε εδώ ούτε για όλες τις άλλες νίκες που πέτυχε κατά των Ελλήνων ή των βαρβάρων, γιατί δεν ήταν συνήθεια των Μακεδόνων να στήνουν τρόπαια… καθώς πλησιάζουμε στην πόλη συναντάμε το πολυάνδριο των Θηβαίων για αυτούς που πέθαναν στη μάχη εναντίον του Φιλίππου. Δεν έχει καμία επιγραφή αλλά πάνω του έχει στηθεί ένα λιοντάρι, που δηλώνει ίσως το φρόνημα των ανδρών. Νομίζω ότι δεν υπάρχει επίγραμμα γιατί δεν ταίριαζαν με την τόλμη τους τα όσα ακολούθησαν από την τύχη. Από τους θεούς οι Χαιρωνείς τιμούν ιδιαίτερα το σκήπτρο, για το οποίο ο Όμηρος λέει ότι το κατασκεύασε για τον Δία ο Ήφαιστος. Από τον Δία το παρέλαβε ο Ερμής και το έδωσε στον Πέλοπα, ο Πέλοπας το άφησε στον Ατρέα, ο Ατρέας στον Θυέστη και από τον Θυέστη το πήρε ο Αγαμέμνονας. Αυτό λοιπόν το σκήπτρο προσκυνούν, που το ονομάζουν Δόρυ. Και ότι είναι ιερότατο το φανερώνει κυρίως η φήμη που φέρνει στους ανθρώπους. Λένε ότι βρέθηκε στα σύνορα αυτών με τον Πανοπέα και μαζί με αυτό ότι βρήκαν και πολύ χρυσό οι Πανοπείς, αλλά με ευχαρίστηση αυτοί ( οι Χαιρωνείς) προτίμησαν το σκήπτρο αντί του χρυσού. Έχω την πεποίθηση ότι αυτό έφτασε στη Φωκίδα από την Ηλέκτρα, την κόρη του Αγαμέμνονα. Ναός δημόσιος για αυτό δεν υπάρχει , αλλά κάθε χρόνο ο ιερέας το κρατάει σε κάποιο οίκημα. Και θυσίες γίνονται κάθε μέρα και εκεί κοντά βρίσκεται τράπεζα προσφορών γεμάτη από κάθε είδους κρέατα και γλυκίσματα. Πάνω από την πόλη βρίσκεται γκρεμός που ονομάζεται Πετραχός. Πιστεύουν ότι εκεί εξαπατήθηκε ο Κρόνος και δέχτηκε από τη Ρέα αντί του Δία μία πέτρα, για αυτό και ένα μικρό άγαλμα του Δία βρίσκεται στην κορυφή. Εδώ στη Χαιρώνεια αποστάζουν με βρασμό μύρο από άνθη κρίνου και ρόδου και ναρκίσσου και ίρης. Αυτά τα χρησιμοποιούν οι άνθρωποι ως ιαματικά στους πόνους. Το μύρο που γίνεται από ρόδα, αν το αλείψεις σε αγάλματα κατασκευασμένα από ξύλο, τα σώζει από το σάπισμα. Η ίρις φυτρώνει μέσα στα έλη, στο μέγεθος είναι ίση με τον κρίνο, δεν έχει όμως λευκό χρώμα και στο άρωμα υστερεί του κρίνου. |
Γ) μάχες – πολιτικά γεγονότα
- Αππιανός, Μιθριδάτειος 29
| καὶ αὐτὸν αἰσίῳ ἀνέμῳ χρώμενον ὁ Βρέττιος οὐ καταλαβὼν Σκίαθον ἐξεῖλεν, ἣ τῆς λείας τοῖς βαρβάροις ταμιεῖον ἦν, καὶ δούλους τινὰς αὐτῶν ἐκρέμασε, καὶ ἐλευθέρων ἀπέτεμε τὰς χεῖρας. ἐπί τε Βοιωτίαν τραπείς, ἑτέρων οἱ χιλίων ἱππέων καὶ πεζῶν ἐκ Μακεδονίας ἐπελθόντων, ἀμφὶ Χαιρώνειαν Ἀρχελάῳ καὶ Ἀριστίωνι τρισὶν ἡμέραις συνεπλέκετο, ἴσου καὶ ἀγχωμάλου παρ᾽ ὅλον τὸν ἀγῶνα τοῦ ἔργου γιγνομένου. Λακώνων δὲ καὶ Ἀχαιῶν ἐς συμμαχίαν Ἀρχελάῳ καὶ Ἀριστίωνι προσιόντων, ὁ Βρύττιος ἅπασιν ὁμοῦ γενομένοις οὐχ ἡγούμενος ἀξιόμαχος ἔτι ἔσεσθαι ἀνεζεύγνυεν ἐς τὸν Πειραιᾶ… | Μτφρ.: και έχοντας ως σύμμαχό του ο Βρέττιος τον ούριο άνεμο κυρίευσε τη Σκιάθο, όπου βρισκόταν το ταμείο της λείας των βαρβάρων και κάποιους δούλους τους κρέμασε ενώ των ελεύθερων έκοψε τα χέρια. Στη συνέχεια στράφηκε στη Βοιωτία, αφού πήρε μαζί του χίλιους ιππείς και πεζούς από τη Μακεδονία και κοντά στη Χαιρώνεια για τρεις ημέρες πολεμούσε με τον Αρχέλαο και τον Αριστίωνα, μάχη που αναδείχθηκε ισόπαλη και αμφίρροπη. Όταν προστέθηκαν στον Αρχέλαο και στον Αριστίωνα ως σύμμαχοι οι Λάκωνες και οι Αχαιοί, ο Βρέττιος θεωρώντας ότι δεν θα είναι αξιόμαχος αν πολεμήσει εναντίον όλων αυτών μαζί, μετακινήθηκε στον Πειραιά… |
- Αππιανός, Μιθριδάτειος 42- 45
| Ἀντικαταστάντες δ᾽ ἀλλήλοις, ὁ μὲν Ἀρχελαος ἐξέταττεν ἐς μάχην ἀεὶ προκαλούμενος, ὁ δὲ Σύλλας ἐβράδυνε, τὰ χωρία καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἐχθρῶν περισκοπούμενος. ἀναχωροῦντι δ᾽ ἐς Χαλκίδα τῷ Ἀρχελάῳ παρακολουθῶν καιρὸν ἐπετήρει καὶ τόπον. ὡς δὲ αὐτὸν εἶδε περὶ Χαιρώνειαν ἐν ἀποκρημνοις στρατοπεδευόμενον, ἔνθα μὴ κρατοῦσιν ἀποχώρησις οὐδεμία ἦν, πεδίον αὐτὸς εὐρὺ πλησίον καταλαβὼν εὐθὺς ἐπῆγεν ὡς καὶ ἄκοντα βιασόμενος ἐς μάχην Ἀρχέλαον: ἐν ᾧ σφίσι μὲν ὕπτιον καὶ εὐπετὲς ἐς δίωξιν καὶ ἀναχώρησιν ἦν πεδίον, Ἀρχελάῳ δὲ κρημνοὶ περιέκειντο, οἳ τὸ ἔργον οὐκ εἴων ἐν οὐδενὶ κοινὸν ὅλου τοῦ στρατοῦ γενέσθαι, συστῆναι διὰ τὴν ἀνωμαλίαν οὐκ ἔχοντος: τραπεῖσί τε αὐτοῖς ἄπορος διὰ τῶν κρημνῶν ἐγίγνετο ἡ φυγή. ὁ μὲν δὴ τοιοῖσδε λογισμοῖς τῇ δυσχωρίᾳ μάλιστα πιστεύων, ἐπῄει ὡς οὐδὲν ἐσομένου χρησίμου τοῦ πλήθους Ἀρχελάῳ: ὁ δ᾽ οὐκ ἐγνώκει μὲν αὐτῷ τότε συμπλέκεσθαι, διὸ καὶ ἀμελῶς ἐστρατοπέδευσεν, ἐπιόντος δὲ ἤδη τῆς δυσχωρίας ὀψὲ καὶ μόγις ᾐσθάνετο, καὶ προύπεμπέ τινας ἱππέας ἐς κώλυσιν αὐτοῦ. τραπέντων δ᾽ ἐκείνων καὶ ἐς τοὺς κρημνοὺς καταρριφθέντων, ἑξήκοντα αὖθις ἔπεμψεν ἅρματα, εἰ δύναιτο μετὰ ῥύμης κόψαι καὶ διαρρῆξαι τὴν φάλαγγα τῶν πολεμίων. διαστάντων δὲ τῶν Ῥωμαίων, τὰ μὲν ἅρματα ὑπὸ τῆς φορᾶς ἐς τοὺς ὀπίσω παρενεχθέντα τε καὶ δυσεπίστροφα ὄντα πρὸς τῶν ὑστάτων περιστάντων αὐτὰ καὶ ἐσακοντιζόντων διεφθείρετο· ὁ δ᾽ Ἀρχέλαος δυνηθεὶς ἂν καὶ ὣς ἀπὸ τοῦ χάρακος εὐσταθῶς ἀπομάχεσθαι, τάχα οἱ καὶ τῶν κρημνῶν ἐς τοῦτο συλλαμβανόντων, ἐξῆγε σὺν ἐπείξει καὶ διέτασσε μετὰ σπουδῆς τοσόνδε πλῆθος οὐ προεγνωκότων ἀνδρῶν, ἐν στενωτάτῳ μάλιστα γεγονὼς διὰ τὸν Σύλλαν ἤδη πλησιάζοντα. τοὺς δ᾽ ἱππέας πρώτους ἐπαγαγὼν μετὰ δρόμου πολλοῦ, διέτεμε τὴν φάλαγγα Ῥωμαίων ἐς δύο, καὶ εὐμαρῶς ἑκατέρους ἐκυκλοῦτο διὰ τὴν ὀλιγότητα. οἱ δ᾽ ἀπεμάχοντο μὲν ἐγκρατῶς, ἐς πάντας ἐπιστρεφόμενοι, μάλιστα δ᾽ ἐπόνουν οἱ περὶ Γάλβαν τε καὶ Ὁρτήσιον, καθ᾽ οὓς αὐτὸς ὁ Ἀρχέλαος ἐτέτακτο, τῶν βαρβάρων ὡς ἐν ὄψει στρατηγοῦ σὺν προθυμίᾳ σφοδρᾷ ἐπικειμένων, μέχρι τοῦ Σύλλα μεταχωροῦντος ἐς αὐτοὺς σὺν ἱππεῦσι πολλοῖς, ὁ Ἀρχέλαος ἀπὸ τῶν σημείων στρατηγικῶν ὄντων καὶ τοῦ κονιορτοῦ πλείονος αἰρομένου τεκμηράμενος εἶναι Σύλλαν τὸν ἐπιόντα, λύσας τὴν κύκλωσιν ἐς τάξιν ἀνεχώρει. ὁ δὲ τῶν τε ἱππέων τὸ ἄριστον ἄγων, καὶ δύο νεαλεῖς σπείρας ἐν τῇ παρόδῳ προσλαβών, αἳ ἐτετάχατο ἐφεδρεύειν, οὔπω τὸν κύκλον τοῖς πολεμίοις ἐξελίξασιν, οὐδ᾽ ἐς μέτωπον εὐσταθῶς διατεταγμένοις, ἐνέβαλε, καὶ θορυβήσας ἔκοψέ τε καὶ ἐς φυγὴν τραπέντας ἐδίωκεν. ἀρξαμένης δ᾽ ἐνταῦθα τῆς νίκης, οὐδὲ Μουρήνας ἠλίνυεν ἐπὶ τοῦ λαιοῦ τεταγμένος, ἀλλ᾽ ὀνειδίσας τοῖς ἀμφ᾽ αὑτὸν καὶ γενναίως ἐμπεσὼν ἐδίωκε κἀκεῖνος. τρεπομένων δ᾽ ἤδη τῶν Ἀρχελάου κερῶν, οὐδ᾽ οἱ μέσοι τὴν τάξιν ἐφύλασσον, ἀλλ᾽ ἀθρόα πάντων ἐγίγνετο φυγή. ἔνθα δὴ πάντα ὅσα εἴκασεν ὁ Σύλλας, ἐνέπιπτε τοῖς πολεμίοις: οὐ γὰρ ἔχοντες ἀναστροφὴν εὐρύχωρον οὐδὲ πεδίον ἐς φυγήν, ἐπὶ τοὺς κρημνοὺς ὑπὸ τῶν διωκόντων ἐωθοῦντο, καὶ αὐτῶν οἱ μὲν ἐξέπιπτον πρὸς αὐτόν, οἱ δ᾽ εὐβουλότερον ἐς τὸ στρατόπεδον ἐφέροντο. Ἀρχέλαος δ᾽ αὐτοὺς προλαβών, ἀπειρότατα δὴ τότε μάλιστα συμφορῶν πολεμικῶν, ἀπέκλειε, καὶ ἐπιστρέφειν ἐς τοὺς πολεμίους ἐκέλευεν. οἱ δ᾽ ἀνέστρεφον μὲν ἐκ προθυμίας, οὔτε δὲ στρατηγῶν ἢ ἐπιστατῶν ἐς διάταξιν ἔτι σφίσι παρόντων, οὔτε τὰ σημεῖα ἕκαστοι τὰ ἑαυτῶν ἐπιγιγνώσκοντες ὡς ἐν ἀκόσμῳ τροπῇ διερριμμένοι, χωρίου τε καὶ ἐς φυγὴν καὶ ἐς μάχην ἀποροῦντες, στενωτάτου τότε μάλιστα αὐτοῖς διὰ τὴν δίωξιν γενομένου, ἐκτείνοντο μετ᾽ ἀργίας, οἱ μὲν ὑπὸ τῶν πολεμίων, οὐδὲν ἀντιδρᾶσαι φθάνοντες, οἱ δὲ ὑπὸ σφῶν αὐτῶν ὡς ἐν πλήθει καὶ στενοχωρίᾳ θορυβούμενοι. πάλιν τε κατέφυγον ἐπὶ τὰς πύλας, καὶ εἰλοῦντο περὶ αὐτὰς ἐπιμεμφόμενοι τοῖς ἀποκλείουσιν. θεούς τε πατρίους αὐτοῖς καὶ τὴν ἄλλην οἰκειότητα σὺν ὀνείδει προύφερον, ὡς οὐχ ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν μᾶλλον ἢ τῶνδε ὑπερορώντων αὑτοὺς ἀναιρούμενοι, ἔστε μόλις αὐτοῖς ὁ Ἀρχέλαος, ὀψὲ τῆς χρείας, ἀνεῴγνυ τὰς πύλας καὶ ὑπεδέχετο μετ᾽ ἀταξίας ἐστρέχοντας. οἱ δὲ Ῥωμαῖοι ταῦτα συνιδόντες, καὶ παρακαλέσαντες τότε μάλιστα ἀλλήλους, δρόμῳ τοῖς φεύγουσι συνεσέπιπτον ἐς τὸ στρατόπεδον, καὶ τὴν νίκην ἐς τέλος ἐξειργάσαντο. Ἀρχέλαος δὲ καὶ ὅσοι ἄλλοι κατὰ μέρος ἐξέφυγον, ἐς Χαλκίδα συνελέγοντο, οὐ πολὺ πλείους μυρίων ἐκ δώδεκα μυριάδων γενόμενοι. Ῥωμαίων δὲ ἔδοξαν μὲν ἀποθανεῖν πεντεκαίδεκα ἄνδρες, δύο δ᾽ αὐτῶν ἐπανῆλθον. τοῦτο μὲν δὴ Σύλλᾳ καὶ Ἀρχελάῳ τῷ Μιθριδάτου στρατηγῷ τῆς περὶ Χαιρώνειαν μάχης τέλος ἦν, δι᾽ εὐβουλίαν δὴ μάλιστα Σύλλα καὶ δι᾽ ἀφροσύνην Ἀρχελάου τοιόνδε ἑκατέρῳ γενόμενον. |
Μτφρ.: Αφού τοποθετήθηκαν ο ένας εναντίον του άλλου, ο Αρχέλαος παρατασσόταν για μάχη χρησιμοποιώντας προκλήσεις, ενώ ο Σύλλας καθυστερούσε ελέγχοντας τις περιοχές και το πλήθος των εχθρών. Όταν ο Αρχέλαος αναχώρησε για τη Χαλκίδα, ακολουθώντας τον από κοντά, έψαχνε την κατάλληλη ευκαιρία και τόπο. Όταν είδε ότι αυτός έχει στρατοπεδεύσει στη Χαιρώνεια σε απόκρημνο σημείο, από όπου αν δεν νικούσαν δεν θα μπορούσαν να διαφύγουν, ο ίδιος αφού κατέλαβε μια πλατιά πεδιάδα εκεί κοντά, με βιασύνη έσπρωξε σε μάχη τον Αρχέλαο παρά τη θέλησή του. ενώ λοιπόν αυτοί κατείχαν μια πεδιάδα βατή και κατάλληλη και για καταδίωξη και για υποχώρηση, τον Αρχέλαο περιόριζαν γκρεμοί, που δεν του άφηναν περιθώριο να χρησιμοποιήσει όλο το στράτευμά του μαζί , ούτε μπορούσε να το παρατάξει εξαιτίας της ανωμαλίας του εδάφους. Και αν έπρεπε να υποχωρήσουν, αδύνατη ήταν η φυγή εξαιτίας των γκρεμών. Αυτός λοιπόν με τέτοιες σκέψεις και έχοντας πίστη ότι οι στενωποί θα τον βοηθήσουν, επιτέθηκε γιατί κατά τη γνώμη του δεν θα μπορούσε το πλήθος των στρατιωτών του Αρχελάου να χρησιμοποιηθεί. Εκείνος πάλι δεν το κατάλαβε ότι θα συμπλακεί μαζί του και καθώς είχε ήδη προχωρήσει στην στενωπό στρατοπέδευσε χωρίς μέτρα ασφαλείας. Με δυσκολία και αργά το αντιλήφθηκε και έστειλε κάποιους ιππείς για να τον εμποδίσουν. Εκείνοι όμως τράπηκαν σε φυγή και ρίχτηκαν στους γκρεμούς. Αμέσως μετά έστειλε εξήντα άρματα, ώστε, αν μπορέσουν να αποκόψουν με δύναμη και να σπάσουν τη φάλαγγα των εχθρών. Επειδή αντιστάθηκαν οι Ρωμαίοι, τα άρματα εξαιτίας της φοράς προς τους πίσω κατευθύνθηκαν και καθώς ήταν δυσκίνητα προς αυτούς που στέκονταν γύρω τους προσπαθώντας να τα συγκρατήσουν και καθώς αυτοί διασκορπίζονταν, καταστρέφονταν. Ο Αρχέλαος που μπορούσε και από το χαράκωμα να πολεμά μένοντας σταθερός στη θέση του γρήγορα μάζεψε κοντά του τους άνδρες από τους γκρεμούς και τους έβγαλε με βιασύνη και διέτασσε βιαστικά τόσο μεγάλο πλήθος ανδρών που δεν είχαν καταλάβει από πριν τι γίνεται, ώστε όταν βρέθηκε σε ένα στενότατο τόπο με τον Σύλλα ήδη να πλησιάζει, πρώτους έστειλε να επιτεθούν δρομαίως τους ιππείς και έκοψε τη φάλαγγα των Ρωμαίων στα δύο, και εύκολα περικύκλωσε το κάθε κομμάτι εξαιτίας των λίγων ανδρών που είχε το καθένα. Αυτοί αντιστέκονταν με σθένος και περισσότερο δυνατά αγωνίζονταν οι γύρω από τον Γάλβα και τον Ορτήσιο, απέναντι από τους οποίους είχε παραταχθεί ο Αρχέλαος, ενώ οι βάρβαροι στη θέα του στρατηγού τους με μεγάλη προθυμία και δύναμη επιτίθονταν, μέχρι που ο Σύλλας προχώρησε προς αυτούς με πολλούς ιππείς. Ο Αρχέλαος από τα λάβαρα που ήταν στρατηγικά και την πολλή σκόνη που σηκώθηκε, κατάλαβε ότι ήταν ο Σύλλας αυτός που πλησίαζε, αφού έλυσε την περικύκλωση, αναχώρησε στην παράταξή του. ο Σύλλας από την άλλη οδηγώντας τους καλύτερους ιππείς του και δύο νέες σπείρες που είχε πάρει κατά την πορεία του και οι οποίες είχαν ταχθεί ως εφεδρείες, ενώ δεν είχαν ανοίξει ακόμη την περικύκλωση οι εχθροί και δεν είχαν παραταχθεί στις θέσεις τους κατά μέτωπο, επιτέθηκε και προκαλώντας τους αναστάτωση τους έσπασε και τρέποντάς τους σε φυγή άρχισε να τους καταδιώκει. Αυτή ήταν η αρχή της νίκης. Και ο Μουρήνας δεν έμεινε αργός παρατεταγμένος στα αριστερά, αλλά χλευάζοντας αυτούς που είχε απέναντί του, με γενναιότητα επιτέθηκε και τους καταδίωκε και εκείνος. Και επειδή ήδη τρέπονταν σε φυγή οι ακριανές παρατάξεις του Αρχελάου, ούτε οι μεσαίοι δεν κρατούσαν την παράταξη, αλλά όλοι μαζί τρέπονταν σε φυγή. Τότε όλα όσα είχε προβλέψει ο Σύλλας, όλα συνέβαιναν στους εχθρούς. Επειδή δεν είχαν αρκετό χώρο για να κάνουν αναστροφή ούτε πεδιάδα για να διαφύγουν, στους γκρεμούς από τους διώκτες τους εξωθούνταν και κάποιοι έπεφταν σε αυτούς, ενώ άλλοι με καλύτερη σκέψη οδηγούνταν στο στρατόπεδο. Ο Αρχέλαος αυτούς τους προλάβαινε, γιατί δεν είχαν πείρα των πολεμικών συμφορών, τους απέκλειε και τους πρόσταζε να γυρίζουν στους εχθρούς. Και αυτοί γύριζαν με προθυμία, χωρίς να έχουν πάρει θέση στην παράταξη ακόμη ούτε οι στρατηγοί ούτε οι επιστάτες, χωρίς να έχουν καταλάβει ότι κάποιοι από τους δικούς τους στράφηκαν σε άτακτη φυγή, και ευρισκόμενοι σε δυσκολία εξαιτίας της περιοχής (που έγινε στενόχωρη εξαιτίας της καταδίωξης) και να πολεμήσουν και να διαφύγουν, ήταν παραταγμένοι αδρανείς και άλλοι εξαιτίας των εχθρών δεν προλάβαιναν να αντιδράσουν, ενώ άλλοι συνωθούνταν μεταξύ τους εξαιτίας του πλήθους τους και του στενού τόπου. Έτσι και πάλι κατέφευγαν στις πύλες και στριμώχνονταν γύρω από αυτές κατηγορώντας αυτούς που δεν τους άφηναν να μπουν. Και τους πάτριους θεούς τους και τις φιλικές τους σχέσεις επικαλούνταν σε βοήθεια καθώς δεν χάνονταν από τους εχθρούς αλλά από την αδιαφορία των δικών τους, μέχρι που ο Αρχέλαος, όταν η κατάσταση ήταν πια προχωρημένη, άνοιξε τις πύλες και τους άφησε να μπουν μέσα καθώς έτρεχαν με αταξία. Οι Ρωμαίοι βλέποντας αυτά και παρακινώντας ο ένας τον άλλον τρέχοντας επιτίθονταν σε αυτούς που οπισθοχωρούσαν προς το στρατόπεδο και έτσι τέλος πέτυχαν τη νίκη. Ο Αρχέλαος και όσοι άλλοι από την ακολουθία του κατάφεραν να ξεφύγουν, συγκεντρώθηκαν στη Χαλκίδα στο σύνολό τους όχι περισσότεροι από δέκα χιλιάδες από τις αρχικές 120 χιλιάδες. Από τους Ρωμαίους φάνηκε ότι σκοτώθηκαν 15 άνδρες αλλά δύο από αυτούς εμφανίστηκαν αργότερα. Αυτό ήταν το τέλος της μάχης στη Χαιρώνεια μεταξύ του Σύλλα και του Αρχελάου, του στρατηγού του Μιθριδάτη, που έφερε στον καθένα αυτό το αποτέλεσμα, στον Σύλλα χάρη στις ορθές αποφάσεις του και στον Αρχέλαο εξαιτίας της αφροσύνης του. |
- Πλούταρχος, Κίμων 1- 2
| Περιπόλτας ὁ μάντις ἐκ Θετταλίας εἰς Βοιωτίαν Ὀφέλταν τὸν βασιλέα καὶ τοὺς ὑπ᾽ αὐτῷ λαοὺς καταγαγὼν γένος εὐδοκιμῆσαν ἐπὶ πολλοὺς χρόνους κατέλιπεν, οὗ τὸ πλεῖστον ἐν Χαιρωνείᾳ κατῴκησεν, ἣν πρώτην πόλιν ἔσχον ἐξελάσαντες τοὺς βαρβάρους. οἱ μὲν οὖν πλεῖστοι τῶν ἀπὸ τοῦ γένους φύσει μάχιμοι καὶ ἀνδρώδεις γενόμενοι καταναλώθησαν ἐν ταῖς Μηδικαῖς ἐπιδρομαῖς καὶ τοῖς Γαλατικοῖς ἀγῶσιν ἀφειδήσαντες ἑαυτῶν· λείπεται δὲ παῖς ὀρφανὸς γονέων, ὄνομα Δάμων, παρωνύμιον δὲ Περιπόλτας, πολὺ δή τι καὶ σώματος κάλλει καὶ ψυχῆς φρονήματι τοὺς καθ᾽ αὑτὸν ὑπεραίρων νέους, ἄλλως δ᾽ ἀπαίδευτος καὶ σκληρὸς τὸ ἦθος. τούτου Ῥωμαῖος ἡγεμὼν σπείρας τινὸς ἐν Χαιρωνείᾳ διαχειμαζούσης ἐρασθεὶς ἄρτι τὴν παιδικὴν ἡλικίαν παρηλλαχότος, ὡς οὐκ ἔπειθε πειρῶν καὶ διδούς, δῆλος ἦν οὐκ ἀφεξόμενος βίας, ἅτε δὴ καὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν τότε λυπρὰ πραττούσης καὶ διὰ μικρότητα καὶ πενίαν παρορωμένης. τοῦτο δὴ δεδιὼς ὁ Δάμων, καὶ τὴν πεῖραν αὐτὴν δι᾽ ὀργῆς πεποιημένος, ἐπεβούλευε τῷ ἀνδρὶ καὶ συνίστη τῶν ἡλικιωτῶν τινας ἐπ᾽ αὐτόν, οὐ πολλοὺς ἕνεκα τοῦ λαθεῖν, ἀλλ᾽ οἱ σύμπαντες ἑκκαίδεκα γενόμενοι χρίονται μὲν αἰθάλῳ τὰ πρόσωπα νυκτός, ἐμπιόντες δὲ ἄκρατον ἅμ᾽ ἡμέρᾳ προσπίπτουσι τῷ Ῥωμαίῳ κατ᾽ ἀγορὰν θύοντι, καὶ καταβαλόντες αὐτόν τε καὶ τῶν περὶ αὐτὸν οὐκ ὀλίγους ἐκ τῆς πόλεως μετέστησαν. γενομένης δὲ ταραχῆς ἡ τῶν Χαιρωνέων βουλὴ συνελθοῦσα θάνατον αὐτῶν κατέγνω· καὶ τοῦτο ἦν ὑπὲρ τῆς πόλεως ἀπολόγημα πρὸς τοὺς Ῥωμαίους. ἑσπέρας δὲ τῶν ἀρχόντων, ὥσπερ ἔθος ἐστί, κοινῇ δειπνούντων οἱ περὶ τὸν Δάμωνα παρεισπεσόντες εἰς τὸ ἀρχεῖον ἀπέσφαξαν αὐτοὺς καὶ πάλιν ᾤχοντο φεύγοντες ἐκ τῆς πόλεως. ἔτυχε δὲ περὶ τὰς ἡμέρας ἐκείνας Λεύκιος Λούκουλλος ἐπί τινα πρᾶξιν μετὰ δυνάμεως παρερχόμενος. ἐπιστήσας δὲ τὴν πορείαν καὶ τῶν γεγονότων προσφάτων ὄντων ἐξέτασιν ποιησάμενος εὗρε τὴν πόλιν οὐδενὸς αἰτίαν, ἀλλὰ μᾶλλον συνηδικημένην· καὶ τοὺς στρατιώτας ἀναλαβὼν ἀπήγαγε μεθ᾽ ἑαυτοῦ. τὸν δὲ Δάμωνα λῃστείαις καὶ καταδρομαῖς πορθοῦντα τὴν χώραν καὶ τῇ πόλει προσκείμενον ὑπηγάγοντο πρεσβείαις καὶ ψηφίσμασι φιλανθρώποις οἱ πολῖται, κατελθόντα δὲ γυμνασίαρχον κατέστησαν· εἶτ᾽ ἀλειφόμενον ἐν τῷ πυριατηρίῳ διέφθειραν. ἐπὶ πολὺν δὲ χρόνον εἰδώλων τινῶν ἐν τῷ τόπῳ προφαινομένων καὶ στεναγμῶν ἐξακουομένων, ὡς οἱ πατέρες ἡμῶν λέγουσι, τὰς θύρας ἀνῳκοδόμησαν τοῦ πυριατηρίου· καὶ μέχρι νῦν οἱ τῷ τόπῳ γειτνιῶντες οἴονταί τινας ὄψεις καὶ φωνὰς ταραχώδεις φέρεσθαι. τοὺς δ᾽ ἀπὸ τοῦ γένους αὐτοῦ (διασώζονται γὰρ ἔνιοι, μάλιστα τῆς Φωκίδος περὶ Στεῖριν), αἰολίζοντες ἀσβολωμένους καλοῦσι διὰ τὸ τὸν Δάμωνα πρὸς τὸν φόνον ἀσβόλῳ χρισάμενον ἐξελθεῖν. ἐπεὶ δ᾽ ἀστυγείτονες ὄντες Ὀρχομένιοι καὶ διάφοροι τοῖς Χαιρωνεῦσιν ἐμισθώσαντο Ῥωμαϊκὸν συκοφάντην, ὁ δ᾽ ὥσπερ ἑνὸς ἀνθρώπου τὸ τῆς πόλεως ὄνομα κατενεγκὼν ἐδίωκε φόνου τῶν ὑπὸ τοῦ Δάμωνος ἀνῃρημένων, ἡ δὲ κρίσις ἦν ἐπὶ τοῦ στρατηγοῦ τῆς Μακεδονίας (οὔπω γὰρ εἰς τὴν Ἑλλάδα Ῥωμαῖοι στρατηγοὺς διεπέμποντο), οἱ λέγοντες ὑπὲρ τῆς πόλεως ἐπεκαλοῦντο τὴν Λουκούλλου μαρτυρίαν, γράψαντος δὲ τοῦ στρατηγοῦ πρὸς Λούκουλλον ἐκεῖνος ἐμαρτύρησε τἀληθῆ, καὶ τὴν δίκην οὕτως ἀπέφυγεν ἡ πόλις κινδυνεύουσα περὶ τῶν μεγίστων. ἐκεῖνοι μὲν οὖν οἱ τότε σωθέντες εἰκόνα τοῦ Λουκούλλου λιθίνην ἐν ἀγορᾷ παρὰ τὸν Διόνυσον ἀνέστησαν… | Μτφρ. : Ο μάντης Περιπόλτας που από τη Θεσσαλία στη Βοιωτία οδήγησε τον βασιλιά Οφέλτα και τον λαό που είχε υπό την εξουσία του, άφησε στους κατοπινούς μια γενιά που ευδοκίμησε για πολλά χρόνια, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας κατοίκησε στη Χαιρώνεια, που ήταν η πρώτη πόλη που κυρίευσαν αφού έδιωξαν τους βαρβάρους. Οι περισσότεροι από αυτό το γένος, επειδή ήταν από τη φύση τους άνδρες πολεμιστές και γενναίοι, χάθηκαν στις μηδικές επιδρομές και στους γαλατικούς πολέμους χωρίς να λυπηθούν των εαυτό τους. Απέμεινε ένας νέος ορφανός από γονείς με το όνομα Δάμων και το παράνομα Περιπόλτας, ο οποίος στην ομορφιά του σώματος και στο φρόνημα της ψυχής κατά πολύ ξεχώριζε από τους γύρω του νέους, αλλά ήταν απαίδευτος και σκληρός στον χαρακτήρα. Αυτόν , που μόλις είχε περάσει την παιδική ηλικία, ένας Ρωμαίος, αρχηγός μιας σπείρας που διαχείμαζε στη Χαιρώνεια, τον ερωτεύτηκε και καθώς δεν τον έπειθε με τα λόγια και με τα δώρα, ήταν φανερό ότι θα μεταχειριζόταν βία, καθώς η πατρίδα μας τότε υπέφερε από συμφορές και εξαιτίας της αδυναμίας και της φτώχιας της την περιφρονούσαν. Αυτό επειδή φοβήθηκε ο Δάμων και επειδή ήταν οργισμένος από αυτή την προσπάθεια (του Ρωμαίου) , κατέστρωνε σχέδια εναντίον του άνδρα και πήρε με το μέρος του κάποιους συνομηλίκους του, όχι πολλούς για να περάσουν απαρατήρητοι, αλλά έντεκα ήταν όλοι, και αφού τη νύχτα άλειψαν τα πρόσωπά τους με καπνιά και ήπιαν άκρατο οίνο, μόλις ξημέρωσε επιτίθενται στον Ρωμαίο που θυσίαζε στην αγορά και, αφού σκότωσαν αυτόν και πολλούς γύρω του, έφυγαν από την πόλη. Προκλήθηκε αναταραχή και η βουλή των Χαιρωνέων συνεδρίασε και τους καταδίκασε σε θάνατο. Αυτή ήταν η απολογία της πόλης προς τους Ρωμαίους. Το βράδυ στους άρχοντες, που όπως συνήθιζαν δειπνούσαν σε κοινό τραπέζι στο βουλευτήριο, επιτέθηκαν οι οπαδοί του Δάμωνα , τους έσφαξαν και έφυγαν πάλι από την πόλη. Έτυχε εκείνες τις ημέρες να περνά από την περιοχή με μία στρατιωτική δύναμη για κάποια επιχείρηση ο Λεύκιος Λεύκολλος. Σταμάτησε την πορεία του και αφού εξέτασε τα πρόσφατα γεγονότα αποφάνθηκε ότι η πόλη δεν έχει καμία ευθύνη αλλά μάλλον είναι και αυτή αδικημένη. Έτσι πήρε τους στρατιώτες του και αναχώρησε. Στον Δάμωνα που με ληστείες και επιδρομές λεηλατούσε την ύπαιθρο και απειλούσε την πόλη έστειλαν οι πολίτες πρεσβείες και φιλικά ψηφίσματα και, αφού επέστρεψε, τον έκαναν γυμνασίαρχο. Αργότερα τον σκότωσαν ενώ αλειφόταν με λάδι στο πυριατήριο. Για πολύ καιρό φαντάσματα φανερώνονταν στον τόπο εκείνο και ακούγονταν στεναγμοί, όπως διηγούνται οι πατέρες μας, και έτσι έχτισαν τις πόρτες του πυριατηρίου. Και μέχρι σήμερα αυτοί που γειτονεύουν με ετούτον τον τόπο νομίζουν ότι βγαίνουν από μέσα φαντάσματα και φωνές γεμάτες ταραχή. Και τους απογόνους του γένους αυτού (γιατί σώζονται κάποιοι στο Στείρι της Φωκίδας) τους ονομάζουν στην αιολική διάλεκτο ασβολωμένους, επειδή ο Δάμων όρμησε για τον φόνο αλειμμένος με άσβολο, δηλαδή αλειμμένος με καπνιά. Όταν οι γειτονικοί Ορχομένιοι είχαν διαφορές μα τους Χαιρωνείς, μίσθωσαν έναν Ρωμαίο συκοφάντη και αυτός, χρησιμοποιώντας το όνομα της πόλης σαν να ήταν άνθρωπος, την κατηγόρησε για τον φόνο αυτών που σκοτώθηκαν από τον Δάμωνα. Η δίκη γινόταν από τον στρατηγό της Μακεδονίας (γιατί οι Ρωμαίοι δεν έστελναν ακόμη στην Ελλάδα στρατηγούς τους) και αυτοί που υπερασπίστηκαν την πόλη επικαλούνταν τη μαρτυρία του Λεύκολλου. Και αφού έγραψε ο στρατηγός προς τον Λέυκολλο, εκείνος μαρτύρησε την αλήθεια και έτσι απέφυγε την καταδίκη η πόλη που διέτρεχε μέγιστο κίνδυνο. Εκείνοι τότε λοιπόν, επειδή σώθηκαν, ανδριάντα λίθινο του Λεύκολλου στην αγορά έστησαν κοντά στο άγαλμα του Διονύσου… |
- Πλούταρχος, Σύλλας, 16
| ἐπεὶ δὲ ἀποκρουσθεὶς ἐκεῖθεν ὁ ᾿Αρχέλαος ὥρμησεν ἐπὶ τὴν Χαιρώνειαν, οἱ δὲ συστρατευσάμενοι τῶν Χαιρωνέων ἐδέοντο τοῦ Σύλλα μὴ προέσθαι τὴν πόλιν, ἐκπέμπει τῶν χιλιάρχων ἕνα Γαβίνιον μετὰ τάγματος ἑνὸς καὶ τοὺς Χαιρωνεῖς ἀφίησι, βουληθέντας μέν, οὐ μὴν δυνηθέντας φθῆναι τὸν Γαβίνιον. οὕτως ἦν ἀγαθὸς καὶ προθυμότερος εἰς τὸ σῶσαι τῶν σωθῆναι δεομένων. ὁ δὲ ᾿Ιόβας οὐ Γαβίνιόν φησι πεμφθῆναι, ἀλλὰ ᾿Ερύκιον. ἡ μὲν οὖν πόλις ἡμῶν παρὰ τοσοῦτον ἐξέφυγε τὸν κίνδυνον. | Μτφρ.: επειδή αποκρούστηκε από εκεί ο Αρχέλαος, όρμησε εναντίον της Χαιρώνειας, ενώ οι Χαιρωνείς που είχαν εκστρατεύσει μαζί με τον Σύλλα τον παρακαλούσαν να μην αδιαφορήσει για την πόλη. Αυτός στέλνει ένα τάγμα με αρχηγό τον Γαβίνιο, έναν χιλίαρχο, και επέτρεψε και στους Χαιρωνείς να πάνε. Αυτοί, αν και το ήθελαν, δεν μπόρεσαν να προλάβουν τον Γαβίνιο, γιατί ήταν τόσο καλός και πρόθυμος να σώσει αυτούς που ζητούσαν να σωθούν. Ο Ιόβας λέει ότι δεν στάλθηκε ο Γαβίνιος αλλά ο Ερύκιος. Έτσι λοιπόν η πόλη μας ξέφυγε από τόσο μεγάλο κίνδυνο. |
- Πλούταρχος , Σύλλας 17- 19
| Ἐπειδὴ δὲ διέβη τὸν ῎Ασσον ὁ Σύλλας, παρελθὼν ὑπὸ τὸ ῾Ηδύλιον τῷ ᾿Αρχελάῳ παρεστρατοπέδευσε, βεβλημένῳ χάρακα καρτερὸν ἐν μέσῳ τοῦ ᾿Ακοντίου καὶ τοῦ ῾Ηδυλίου πρὸς τοῖς λεγομένοις ᾿Ασσίοις. ὁ μέντοι τόπος ἐν ᾧ κατεσκήνωσεν ἄχρι νῦν ᾿Αρχέλαος ἀπ’ ἐκείνου καλεῖται. διαλιπὼν δὲ μίαν ἡμέραν ὁ Σύλλας Μουρήναν μὲν ἔχοντα τάγμα καὶ σπείρας δύο πρὸς τὸ τοῖς πολεμίοις ἐνοχλῆσαι παραταττομένοις ἀπέλιπεν, αὐτὸς δὲ παρὰ τὸν Κηφισὸν ἐσφαγιάζετο, καὶ τῶν ἱερῶν γενομένων ἐχώρει πρὸς τὴν Χαιρώνειαν, ἀναληψόμενός τε τὴν αὐτόθι στρατιὰν καὶ κατοψόμενος τὸ καλούμενον Θούριον ὑπὸ τῶν πολεμίων προκατειλημμένον. ἔστι δὲ κορυφὴ τραχεῖα καὶ στροβιλῶδες ὄρος, ὃ καλοῦμεν ᾿Ορθόπαγον, ὑπὸ δὲ αὐτὸ τὸ ῥεῦμα τοῦ Μωρίου καὶ Θουρίου νεὼς ᾿Απόλλωνος. ὠνόμασται δὲ ὁ θεὸς ἀπὸ Θουροῦς, τῆς Χαίρωνος μητρός, ὃν οἰκιστὴν γεγονέναι τῆς Χαιρωνείας ἱστοροῦσιν. οἱ δέ φασι τὴν Κάδμῳ δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Πυθίου καθηγεμόνα βοῦν ἐκεῖ φανῆναι, καὶ τὸν τόπον ἀπ’ αὐτῆς οὕτω προσαγορευθῆναι· θὼρ γὰρ οἱ Φοίνικες τὴν βοῦν καλοῦσι. Προσιόντος δὲ τοῦ Σύλλα πρὸς τὴν Χαιρώνειαν ὁ τεταγμένος ἐν τῇ πόλει χιλίαρχος, ἐξωπλισμένους ἄγων τοὺς στρατιώτας, ἀπήντησε στέφανον δάφνης κομίζων. ὡς δὲ δεξάμενος ἠσπάσατο τοὺς στρατιώτας καὶ παρώρμησε πρὸς τὸν κίνδυνον, ἐντυγχάνουσιν αὐτῷ δύο τῶν Χαιρωνέων ἄνδρες, ῾Ομολόϊχος καὶ ᾿Αναξίδαμος, ὑφιστάμενοι τοὺς τὸ Θούριον κατασχόντας ἐκκόψειν, ὀλίγους στρατιώτας παρ’ ἐκείνου λαβόντες· ἀτραπὸν γὰρ εἶναι τοῖς βαρβάροις ἄδηλον, ἀπὸ τοῦ καλουμένου Πετράχου παρὰ τὸ Μουσεῖον ἐπὶ τὸ Θούριον ὑπὲρ κεφαλῆς ἄγουσαν, ᾗ πορευθέντες οὐ χαλεπῶς ἐπιπεσεῖσθαι καὶ καταλεύσειν ἄνωθεν αὐτοὺς ἢ συνώσειν εἰς τὸ πεδίον. τοῦ δὲ Γαβινίου τοῖς ἀνδράσι μαρτυρήσαντος ἀνδρείαν καὶ πίστιν, ἐκέλευσεν ἐπιχειρεῖν ὁ Σύλλας· αὐτὸς δὲ συνέταττε τὴν φάλαγγα καὶ διένειμε τοὺς ἱππότας ἐπὶ κέρως ἑκατέρου, τὸ δεξιὸν αὐτὸς ἔχων, τὸ δ’ εὐώνυμον ἀποδοὺς Μουρήνᾳ. Γάλβας δὲ καὶ ῾Ορτήσιος οἱ πρεσβευταὶ σπείρας ἐπιτάκτους ἔχοντες ἔσχατοι παρενέβαλον ἐπὶ τῶν ἄκρων φύλακες πρὸς τὰς κυκλώσεις· ἑωρῶντο γὰρ οἱ πολέμιοι κατασκευάζοντες ἱππεῦσι πολλοῖς καὶ ψιλοῖς ποδώκεσιν εἰς ἐπιστροφὴν τὸ κέρας εὐκαμπὲς καὶ κοῦφον, ὡς μακρὰν ἀνάξοντες καὶ κυκλωσόμενοι τοὺς Ῥωμαίους. ᾿Εν δὲ τούτῳ τῶν Χαιρωνέων ᾿Ερίκιον ἄρχοντα παρὰ τοῦ Σύλλα λαβόντων καὶ περιελθόντων ἀδήλως τὸ Θούριον, εἶτα ἐπιφανέντων, θόρυβος ἦν πολὺς καὶ φυγὴ τῶν βαρβάρων καὶ φόνος ὑπ’ ἀλλήλων ὁ πλεῖστος. οὐ γὰρ ὑπέμειναν, ἀλλὰ κατὰ πρανοῦς φερόμενοι τοῖς τε δόρασι περιέπιπτον αὐτοὶ τοῖς ἑαυτῶν καὶ κατεκρήμνιζον ὠθοῦντες ἀλλήλους, ἄνωθεν ἐπικειμένων τῶν πολεμίων καὶ τὰ γυμνὰ παιόντων, ὥστε τρισχιλίους πεσεῖν περὶ τὸ Θούριον. τῶν δὲ φευγόντων τοὺς μὲν εἰς τάξιν ἤδη καθεστὼς ὁ Μουρήνας ἀπετέμνετο καὶ διέφθειρεν ὑπαντιάζων, οἱ δὲ ὠσάμενοι πρὸς τὸ φίλιον στρατόπεδον καὶ τῇ φάλαγγι φύρδην ἐμπεσόντες ἀνέπλησαν δέους καὶ ταραχῆς τὸ πλεῖστον μέρος, καὶ διατριβὴν τοῖς στρατηγοῖς ἐνεποίησαν οὐχ ἥκιστα βλάψασαν αὐτούς. ὀξέως γὰρ ὁ Σύλλας ταρασσομένοις ἐπαγαγὼν καὶ τὸ μέσον διάστημα τῷ τάχει συνελὼν ἀφείλετο τὴν τῶν δρεπανηφόρων ἐνέργειαν. ἔῤῥωται γὰρ μάλιστα μήκει δρόμου σφοδρότητα καὶ ῥύμην τῇ διεξελάσει διδόντος, αἱ δὲ ἐκ βραχέος ἀφέσεις ἄπρακτοι καὶ ἀμβλεῖαι, καθάπερ βελῶν τάσιν οὐ λαβόντων. ὃ δὴ καὶ τότε τοῖς βαρβάροις ἀπήντα· καὶ τὰ πρῶτα τῶν ἁρμάτων ἀργῶς ἐξελαυνόμενα καὶ προσπίπτοντα νωθρῶς ἐκκρούσαντες οἱ Ῥωμαῖοι μετὰ κρότου καὶ γέλωτος ἄλλα ᾔτουν, ὥσπερ εἰώθασιν ἐν ταῖς θεατρικαῖς ἱπποδρομίαις. τοὐντεῦθεν αἱ πεζαὶ δυνάμεις συνεῤῥάγησαν, τῶν μὲν βαρβάρων προβαλλομένων τὰς σαρίσας μακρὰς καὶ πειρωμένων τῷ συνασπισμῷ τὴν φάλαγγα διατηρεῖν ἐν τάξει, τῶν δὲ Ῥωμαίων τοὺς μὲν ὑσσοὺς αὐτοῦ καταβαλόντων, σπασαμένων δὲ τὰς μαχαίρας καὶ παρακρουομένων τὰς σαρίσας, ὡς τάχιστα προσμίξειαν αὐτοῖς δι’ ὀργήν. προτεταγμένους γὰρ ἑώρων τῶν πολεμίων μυρίους καὶ πεντακισχιλίους θεράποντας, οὓς ἐκ τῶν πόλεων κηρύγμασιν ἐλευθεροῦντες οἱ βασιλέως στρατηγοὶ κατελόχιζον εἰς τοὺς ὁπλίτας. καί τις ἑκατοντάρχης λέγεται Ῥωμαῖος εἰπεῖν ὡς ἐν Κρονίοις μόνον εἰδείη τῆς παῤῥησίας δούλους μετέχοντας. τούτους μὲν οὖν διὰ βάθος καὶ πυκνότητα βραδέως ἐξωθουμένους ὑπὸ τῶν ὁπλιτῶν καὶ παρὰ φύσιν μένειν τολμῶντας αἵ τε βελοσφενδόναι καὶ οἱ γρόσφοι, χρωμένων ἀφειδῶς τῶν κατόπιν Ῥωμαίων, ἀπέστρεφον καὶ συνετάραττον. ᾿Αρχελάου δὲ τὸ δεξιὸν κέρας εἰς κύκλωσιν ἀνάγοντος, ῾Ορτήσιος ἐφῆκε τὰς σπείρας δρόμῳ προσφερομένας ὡς ἐμβαλῶν πλαγίοις. ἐπιστρέψαντος δὲ ταχέως ἐκείνου τοὺς περὶ αὑτὸν ἱππεῖς δισχιλίους, ἐκθλιβόμενος ὑπὸ πλήθους προσεστέλλετο τοῖς ὀρεινοῖς, κατὰ μικρὸν ἀποῤῥηγνύμενος τῆς φάλαγγος καὶ περιλαμβανόμενος ὑπὸ τῶν πολεμίων. πυθόμενος δὲ ὁ Σύλλας ἀπὸ τοῦ δεξιοῦ μήπω συμπεπτωκότος εἰς μάχην ἐδίωκε βοηθῶν. ᾿Αρχέλαος δὲ τῷ κονιορτῷ τῆς ἐλάσεως ὅπερ ἦν τεκμηράμενος, ῾Ορτήσιον μὲν εἴα χαίρειν, αὐτὸς δὲ ἐπιστρέψας ὥρμησεν ὅθεν ὁ Σύλλας πρὸς τὸ δεξιόν, ὡς ἔρημον ἄρχοντος αἱρήσων. ἅμα δὲ καὶ Μουρήνᾳ Ταξίλης ἐπῆγε τοὺς χαλκάσπιδας, ὥστε τῆς κραυγῆς διχόθεν φερομένης καὶ τῶν ὀρῶν ἀνταποδιδόντων τὴν περιήχησιν, ἐπιστήσαντα τὸν Σύλλαν διαπορεῖν ὁποτέρωσε χρὴ προσγενέσθαι. δόξαν δὲ τὴν ἑαυτοῦ τάξιν ἀναλαμβάνειν, Μουρήνᾳ μὲν ἀρωγὸν ἔπεμψεν ῾Ορτήσιον ἔχοντα τέσσαρας σπείρας, αὐτὸς δὲ τὴν πέμπτην ἕπεσθαι κελεύσας ἐπὶ τὸ δεξιὸν ἠπείγετο καὶ καθ’ ἑαυτὸ μὲν ἀξιομάχως ἤδη τῷ ᾿Αρχελάῳ συνεστηκός, ἐκείνου δὲ ἐπιφανέντος παντάπασιν ἐξεβιάσαντο, καὶ κρατήσαντες ἐδίωκον πρός τε τὸν ποταμὸν καὶ τὸ ᾿Ακόντιον ὄρος προτροπάδην φεύγοντας. οὐ μὴν ὅ γε Σύλλας ἠμέλησε Μουρήνα κινδυνεύοντος, ἀλλὰ ὥρμησε τοῖς ἐκεῖ βοηθεῖν· ἰδὼν δὲ νικῶντας, τότε τῆς διώξεως μετεῖχε. πολλοὶ μὲν οὖν ἐν τῷ πεδίῳ τῶν βαρβάρων ἀνῃροῦντο, πλεῖστοι δὲ τῷ χάρακι προσφερόμενοι κατεκόπησαν, ὥστε μυρίους διαπεσεῖν εἰς Χαλκίδα μόνους ἀπὸ τοσούτων μυριάδων. ὁ δὲ Σύλλας λέγει τέσσαρας καὶ δέκα ἐπιζητῆσαι τῶν αὐτοῦ στρατιωτῶν, εἶτα καὶ τούτων δύο πρὸς τὴν ἑσπέραν παραγενέσθαι. διὸ καὶ τοῖς τροπαίοις ἐπέγραψεν ῎Αρη καὶ Νίκην καὶ ᾿Αφροδίτην, ὡς οὐχ ἧττον εὐτυχίᾳ κατορθώσας ἢ δεινότητι καὶ δυνάμει τὸν πόλεμον. ἀλλὰ τοῦτο μὲν τὸ τρόπαιον ἕστηκε τῆς πεδιάδος μάχης ᾗ πρῶτον ἐνέκλιναν οἱ περὶ ᾿Αρχέλαον παρὰ τὸ Μόλου ῥεῖθρον, ἕτερον δέ ἐστι τοῦ Θουρίου κατὰ κορυφὴν βεβηκὸς ἐπὶ τῇ κυκλώσει τῶν βαρβάρων, γράμμασιν ῾Ελληνικοῖς ἐπισημαῖνον ῾Ομολόϊχον καὶ ᾿Αναξίδαμον ἀριστεῖς. ταύτης τὰ ἐπινίκια τῆς μάχης ἦγεν ἐν Θήβαις… |
Μτφρ.: όταν πέρασε τον Άσσο ο Σύλλας, προχώρησε κάτω από το Ηδύλιο και στρατοπέδευσε κοντά στον Αρχέλαο, που είχε στήσει ισχυρά οχυρώματα στο μέσον μεταξύ του Ακοντίου και του Ηδυλίου, στα ονομαζόμενα Άσσια. Ο τόπος στον οποίο κατασκήνωσε μέχρι τώρα ονομάζεται Αρχέλαος από εκείνον. Αφού πέρασε μία ημέρα, ο Σύλλας τον Μουρήνα που είχε ένα τάγμα και δύο σπείρες άφησε πίσω για να ενοχλεί τους εχθρούς που παρατάσσονταν, ενώ ο ίδιος έκανε θυσίες στον Κηφισό και, αφού φανερώθηκαν θετικά τα ιερά, προχώρησε προς τη Χαιρώνεια για να αναλάβει την εκεί στρατιά και να παρατηρεί το λεγόμενο Θούριο που είχε καταληφθεί από τους εχθρούς. Αυτό είναι μια κορυφή τραχεία και όρος κωνικό, το οποίο ονομάζουμε Ορθόπαγο. Κάτω από αυτό κυλά το ρυάκι του Μωρίου και βρίσκεται ναός του Θουρίου Απόλλωνα. Έχει ονομαστεί έτσι ο θεός από τη Θουρώ, τη μητέρα του Χαίρωνα που ιστορούν ότι υπήρξε ο ιδρυτής της Χαιρώνειας. Άλλοι ισχυρίζονται ότι εκεί φανερώθηκε η αγελάδα που δόθηκε από τον Πύθιο στον Κάδμο για να τον καθοδηγήσει και ότι ο τόπος ονομάστηκε έτσι από αυτή. Γιατί οι Φοίνικες ονομάζουν την αγελάδα θώρ. Καθώς πλησίαζε ο Σύλλας στη Χαιρώνεια, ο διορισμένος χιλίαρχος στην πόλη μαζί με τους ένοπλους στρατιώτες του τον συνάντησε προσφέροντάς του στεφάνι δάφνης. Αυτός το δέχτηκε, χαιρέτησε τους στρατιώτες και τους εμψύχωσε προς τον κίνδυνο. Τότε τον συνάντησαν και δύο άντρες από τη Χαιρώνεια, ο Ομολώιχος και ο Αναξίδαμος, υποσχόμενοι ότι θα καταστρέψουν αυτούς που κατείχαν το Θούριο, αν πάρουν λίγους άντρες του. γιατί υπάρχει ένα μονοπάτι άγνωστο στους βαρβάρους, που από τον λεγόμενο Πετραχό, κοντά στο Μουσείο, οδηγεί πάνω από την κορυφή του Θουρίου, το οποίο αν ακολουθήσουν, εύκολα θα επιτεθούν και θα τους πετροβολήσουν από ψηλά ή θα τους απωθήσουν στην πεδιάδα. Αφού ο Γαβίνιος τον βεβαίωσε για την ανδρεία και την πίστη των ανδρών, ο Σύλλας διέταξε να ξεκινήσει η επιχείρηση. Ο ίδιος συνέταττε τη φάλαγγα και μοίραζε τους ιππείς σε κάθε κέρας, έχοντας αυτός τη διοίκηση του δεξιού, ενώ το αριστερό έδωσε στον Μουρήνα. Οι αντιστράτηγοι Γάλβας και Ορτήσιος έχοντας τις σπείρες που παρατάχθηκαν στο τέλος, τελευταίοι τοποθετήθηκαν στα άκρα για να προσέχουν τις περικυκλώσεις. Γιατί φαίνονταν οι εχθροί ότι προετοίμαζαν με πολλούς ιππείς και γρήγορους ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες το κέρας, ώστε να είναι ευκίνητο και ελαφρύ σε περίπτωση επιστροφής, για να ανοιχθούν μακριά και να κυκλώσουν τους Ρωμαίους. Εν τω μεταξύ οι Χαιρωνείς που πήραν από τον Σύλλα τον Ερίκιο ως άρχοντα και περικύκλωσαν κρυφά το Θούριο, φανερώθηκαν και έγινε πολύς θόρυβος και τράπηκαν σε φυγή οι βάρβαροι και οι περισσότεροι αλληλοσκοτώθηκαν. Γιατί δεν αμύνθηκαν αλλά παίρνοντας την κατηφόρα έπεφταν πάνω στα δόρατά τους και κατακρημνίζονταν συνωθούμενοι , ενώ από πάνω επιτίθονταν οι εχθροί και τους χτυπούσαν στα γυμνά μέρη, με αποτέλεσμα τρεις χιλιάδες να σκοτωθούν γύρω από το Θούριο. Και ο Μουρήνας που είχε ήδη παραταχθεί σκότωνε άλλους από αυτούς που έφευγαν, καθώς τους συναντούσε και τους χτυπούσε, και άλλοι που ωθήθηκαν προς το φιλικό τους στρατόπεδο και ανακατεύτηκαν άτακτα με τη φάλαγγα, σκόρπισαν στο περισσότερο φόβο και ταραχή και καθυστέρησαν τους στρατηγούς, πράγμα που τους έβλαψε πολύ. Γιατί ο Σύλλας, καθώς ήταν πολύ ταραγμένοι, τους επιτέθηκε και τη μεταξύ τους απόσταση γρήγορα μειώνοντας, αφαίρεσε την αποτελεσματικότητα των δρεπανηφόρων. Γιατί αυτά τα άρματα είναι αποτελεσματικά κυρίως όταν κινούνται σε μακρύ δρόμο που τους δίνει σφοδρότητα και ορμή στην επίθεσή τους. Αντίθετα οι εκ του σύνεγγυς έφοδοι είναι άπρακτοι και αδύναμες, σαν τα βέλη που δεν έχουν ένταση. Αυτό λοιπόν συνέβη τότε στους βαρβάρους. Τα πρώτα άρματα αργά ξεκίνησαν και έπεφταν χωρίς δύναμη πάνω τους και με θόρυβο τα απέκρουαν οι Ρωμαίοι και στη συνέχεια με γέλια ζητούσαν και άλλα, όπως συνηθίζουν να κάνουν στις θεατρικές ιπποδρομίες. Στη συνέχεια οι δυνάμεις του πεζικού συνεπλάκησαν, από τη μία οι βάρβαροι προβάλλοντας τις μακριές σάρισες και προσπαθώντας να μείνουν ενωμένοι και να διατηρήσουν την τάξη στη φάλαγγα, από την άλλη οι Ρωμαίοι που έριξαν κάτω τα ακόντιά τους, τράβηξαν τα μαχαίρια τους και απέκρουσαν τις σάρισες, ώστε, από οργή, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα να συγκρουστούν μαζί τους, γιατί έβλεπαν ότι μπροστά από τους εχθρούς είχαν παραταχθεί δεκαπέντε χιλιάδες υπηρέτες τους, τους οποίους οι στρατηγοί του βασιλιά διακήρυσσαν στις πόλεις ότι θα τους ελευθερώσουν και τους κατέταξαν στους λόχους των οπλιτών. Και λέγεται ότι κάποιος εκατόνταρχος Ρωμαίος είπε ότι στα Κρόνια μόνο μπορούσε να δει κάποιος τους δούλους να έχουν τόσο θάρρος. Αυτούς λοιπόν, που εξαιτίας του βάθους και της πυκνότητας απωθούσαν αργά οι οπλίτες, ώστε παρά τη φύση τους να τολμούν να επιμένουν, οι βελοσφενδόνες και τα ακόντια που έριχναν εναντίον τους άφθονα οι Ρωμαίοι τους έτρεψαν σε φυγή και τους προκάλεσαν πανικό. Επειδή ο Αρχέλαος άπλωνε το δεξιό κέρας για περικύκλωση, ο Ορτήσιος έστειλε τις σπείρες τρέχοντας να επιτεθούν, ώστε ο ίδιος να τους χτυπήσει από τα πλάγια. Καθώς έστρεψε όμως ταχέως εκείνος τους δύο χιλιάδες ιππείς του, ο Ορτήσιος πιέστηκε από το πλήθος και σπρώχτηκε στα ορεινά και έτσι απομακρύνθηκε από τη φάλαγγα και περικυκλώθηκε από τους εχθρούς. Όταν το έμαθε ο Σύλλας από το δεξιό κέρας και καθώς δεν είχε ακόμη ριχτεί στη μάχη, έτρεξε να βοηθήσει. Ο Αρχέλαος καταλαβαίνοντας από τη σκόνη της επίθεσης τι γινόταν, άφησε τον Ορτήσιο προς ανακούφισή του και όρμησε προς το δεξιό κέρας, από όπου είχε φύγει ο Σύλλας, ώστε να το πιάσει χωρίς αρχηγό. Ταυτόχρονα ο Ταξίλης οδήγησε τους χαλκάσπιδες εναντίον του Μουρήνα, ώστε από τις κραυγές που έρχονταν από δύο πλευρές και που τις πολλαπλασίαζε η ηχώ των βουνών να σταθεί ο Σύλλας και να μην καταλαβαίνει προς τα πού πρέπει να πάει. Αποφάσισε τότε να γυρίσει στην παράταξή του και να στείλει βοηθό στον Μουρήνα τον Ορτήσιο με τέσσερεις σπείρες, ενώ ο ίδιος την πέμπτη διέταξε να τον ακολουθήσει και έσπευσε στο δεξιό κέρας το οποίο ήδη μόνο είχε συγκρουστεί αξιόμαχα με τον Αρχέλαο και όταν εκείνος τους επιτέθηκε τον απώθησαν εντελώς και επικρατώντας τους καταδίωκαν προς τον ποταμό και το Ακόντιο όρος καθώς τρέπονταν σε φυγή. Ο Σύλλας βέβαια δεν αδιαφόρησε για τον Μουρήνα που κινδύνευε αλλά όρμησε να βοηθήσει εκεί. Όταν είδε πως νικούσαν, πήρε μέρος στην καταδίωξη. Πολλοί από τους βαρβάρους σκοτώθηκαν στην πεδιάδα, και άλλοι τόσοι φονεύτηκαν καταφεύγοντας στα χαρακώματα, ώστε μόνο δέκα χιλιάδες γλύτωσαν πηγαίνοντας στη Χαλκίδα από τις τόσες μυριάδες. Ο Σύλλας από την άλλη λέει ότι αναζητούσε δέκα τέσσερεις από τους στρατιώτες του και τελικά δύο από αυτούς παρουσιάστηκαν το βράδυ. Για αυτό και αφιέρωσε τα τρόπαια στον Άρη, στη Νίκη και στην Αφροδίτη, επειδή κέρδισε τον πόλεμο περισσότερο από την καλή τύχη παρά από την ικανότητα και τη δύναμη. Το ένα τρόπαιο το έστησε στην πεδιάδα της μάχης, εκεί όπου για πρώτη φορά υποχώρησαν οι στρατιώτες του Αρχέλαου κοντά στο ρείθρο του Μόλου, και το άλλο έχει στηθεί στην κορυφή του Θουρίου για την περικύκλωση των βαρβάρων, στο οποίο έχει προσθέσει επιγραφή με ελληνικά γράμματα για την αριστεία του Ομολώιχου και του Αναξιμάδου. Τα επινίκια αυτής της μάχης διεξήγε στη Θήβα … |
- Φιλόστρατος, Βίοι φιλοσόφων, βιβλίο α΄ , κβ΄
| ΄… ἐν ἅπασι μὲν τοῖς εἰρημένοις δεδήλωται τῷ Διονυσίῳ, λογικοῖς τε καὶ νομικοῖς καὶ ἠθικοῖς ἀγῶσι, μάλιστα δὲ ἐν τῷ ἐπὶ Χαιρωνείᾳ θρήνῳ. διεξιὼν γὰρ τὸν Δημοσθένην τὸν μετὰ Χαιρώνειαν προσάγοντα τῇ βουλῇ ἑαυτὸν ἐς τήνδε τὴν μονῳδίαν τοῦ λόγου ἐτελεύτησεν· ‘ὦ Χαιρώνεια πονηρὸν χωρίον’ | Μτφρ.: σε όλους τους λόγους του Διονυσίου (από τη Μίλητο) είναι φανεροί οι λογικοί και νομικοί και ηθικοί αγώνες του, και περισσότερο στον θρήνο για τη Χαιρώνεια. Όταν έκρινε τον λόγο του Δημοσθένη που παρουσιάστηκε στη Βουλή για να απολογηθεί ύστερα από τη μάχη της Χαιρώνειας, στον μονόλογο που προηγήθηκε πρόσθεσε την κατακλείδα «Χαιρώνεια, κακό χωριό». |
- Φιλόστρατος, Βίοι φιλοσόφων, βιβλίο α΄ , κε΄
| οἱ Δημοσθένεις τρεῖς, ὁ μετὰ Χαιρώνειαν προσάγων ἑαυτὸν καὶ ὁ δοκῶν θανάτου ἑαυτῷ τιμᾶσθαι ἐπὶ τοῖς Ἁρπαλείοις καὶ ὁ ξυμβουλεύων ἐπὶ τῶν τριήρων φεύγειν ἐπιόντος μὲν Φιλίππου | Μτφρ.: οι τρεις υποστάσεις του Δημοσθένη, αυτή που μετά τη Χαιρώνεια παρουσιάστηκε στη βουλή για να απολογηθεί, αυτή που τιμωρήθηκε με θάνατο για τα χρήματα του Αρπάλου, αυτή που συμβούλευε να καταφύγουν στις τριήρεις όταν πλησίαζε ο Φίλιππος |
Δ) προσωπικότητες
- Σουΐδας
| Ἐπαφρόδιτος, Χαιρωνεύς, γραμματικός. Ἀρχίου τοῦ Ἀλεξανδρέως γραμματικοῦ θρεπτὸς, παρ’ ᾧ παιδευθεὶς ὡνήθη ὐπὸ Μοδέστου, ἐπάρχου Αἰγύπτου, καὶ παιδεύσας τὸν υἱὸν αὐτοῦ Πετηλῖνον ἐν Ῥώμῃ διέπρεψεν ἐπὶ Νέρωνος καὶ μέχρι Νέρβα, καθ’ ὃν χρόνον καὶ Πτολεμαῖος ὁ Ἡφαιστίωνος ἦν καὶ ἄλλοι συχνοὶ τῶν ὀνομαστῶν ἐν παιδείᾳ. ὠνούμενος δὲ ἀεὶ βιβλία ἐκτήσατο μυριάδας τρεῖς, καὶ τούτων σπουδαίων καὶ ἀνακεχωρηκότων. Τὸ δὲ σῶμα ἦν μέγας καὶ μέλας, ὡς ἐλεφαντώδης, ᾤκει τε ἐν τοῖς καλουμένοις Φαινιανοκορίοις δύο οἰκίας αὐτόθι κτησάμενος. Ο’ δὲ καὶ πέμπτον ἔτος ἄγων ἐτελεύτησε ὑδέρῳ περιπεσών. Συγγράμματα δὲ κατέλιπε ἱκανά. | Μτφρ.: ο Επαφρόδιτος ήταν γραμματικός από τη Χαιρώνεια. Ήταν δούλος του Αρχία του Αλεξανδρέα, κοντά στον οποίο εκπαιδεύτηκε και αγοράστηκε από τον Μόδεστο, τον έπαρχο της Αιγύπτου και εκπαιδεύοντας τον γιο του, τον Πετηλίνο, στη Ρώμη, διέπρεψε από την εποχή του Νέρωνα μέχρι του Νέρβα, την ίδια εποχή που άκμαζαν και ο Πτολεμαίος του Ηφαιστίωνος και άλλοι πολλοί από τους ονομαστούς στον χώρο της παιδείας. Αγοράζοντας συνεχώς βιβλία απέκτησε 30.000 και αυτά σπουδαία και σπάνια. Στο σώμα ήταν μεγαλόσωμος και μελαμψός, σαν ελέφαντας. Κατοικούσε στην περιοχή που ονομαζόταν Φαινιανοκορίοι όπου κατείχε δύο οικίες. Στο 75ο έτος της ζωής του πέθανε υποφέροντας από υδρωπικία. Άφησε αρκετά συγγράμματα |
- Σουΐδας
| Λαμπρίας, Πλουτάρχου τοῦ Χαιρωνέως υἱός. ἔγραψε Πίνακα ὧν ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἔγραψε περὶ πάσης Ἑλληνικῆς καὶ Ῥωμαϊκῆς ἱστορίας. | Μτφρ.: Λαμπρίας, γιος του Πλουτάρχου από τη Χαιρώνεια. Συνέταξε Πίνακα με όσα ο πατέρας του έγραψε για την ελληνική και ρωμαϊκή ιστορία |
- Σουΐδας
| Πλούταρχος, Χαιρωνεὺς τῆς Βοιωτίας, γεγονὼς ἐπὶ τῶν Τραϊανοῦ τοῦ Καίσαρος χρόνων καὶ ἐπιπρόσθεν. Μεταδοὺς δὲ αὐτῷ Τραϊανὸς τῆς τῶν ὑπάτων ἀξίας προσέταξε μηδένα τῶν κατὰ τὴν Ἰλλυρίδα ἀρχόντων παρὲξ τῆς αὐτοῦ γνὠμης τι διαπράττεσθαι. ἔγραψε δὲ πολλά. | Μτφρ.: ο Πλούταρχος, Χαιρωνέας της Βοιωτίας έζησε στα χρόνια του Καίσαρα Τραϊανού και μετά. Δίνοντας σε αυτόν ο Τραϊανός το αξίωμα των υπάτων διέταξε να μην πράττει τίποτα κανείς από τους άρχοντες της Ιλλυρίδας, εκτός αν έχουν τη δική του συγκατάθεση. Έγραψε πολλά. |
- Σουΐδας
| Σέξστος, Χαιρωνεύς, ἀδελφιδοῦς Πλουτάρχου, γεγονὼς κατὰ Μάρκον Ἀντωνῖνον τὸν Καίσαρα, φιλόσοφος, μαθητὴς Ἡροδότου τοῦ Φιλαδελφαίου. ἦν δὲ τῆς Πυρρωνείου ἀγωγῆς καὶ τοσοῦτον πρὸς τιμῆς τῷ βασιλεῖ ἦν, ὥστε καὶ συνδικάζειν αὐτῷ. ἔγραψεν Ἠθικά. Ἐπισκεπτικὰ βιβλία ι’. ὅτι μετὰ θάνατον Κομοδοῦ ἐτόλμησέ τις Σέξστος τε εἶναι φῆσαι καὶ πρὸς ἀνάληψιν τοῦ τε πλούτου καὶ ἀξιώματος ὁρμῆσαι καὶ πολλά γε ὑπὸ πολλῶν ἀνακριθεὶς ἐκομψεύσατο, ὡς μέντοι καὶ τῶν Ἑλληνικῶν τι αὐτὸν ὀ Περτίναξ, ὧν ἐκεῖνος διεπεφύκει, ἀνήρετο, πλεῖστον ἐσφάλη, μηδὲ συνεῖναι τὸ λεγόμενον δυνηθείς. Οὕτω που τὸ μὲν εἶδος ἐκ φύσεως καὶ τἄλλα ἐξ ἐπιτηδεύσεως αὐτῷ ἐῴκει, τῆς δὲ δὴ παιδείας αὐτοῦ οὺ μετεσχήκει. | Μτφρ.: ο Σέξστος, Χαιρωνέας, ανιψιός του Πλουτάρχου, έζησε τα χρόνια του Καίσαρα Μάρκου Αντωνίνου. Φιλόσοφος, μαθητής του Ηροδότου του Φιλαδελφαίου. Ανήκε στην Πυρρώνειο παιδεία (σκεπτικιστική σχολή) και τόσο πολύ τον εκτιμούσε ο βασιλιάς, ώστε και δίκαζε μαζί του. έγραψε Ηθικά. Επισκεπτικά βιβλία 10. Λέγεται ότι μετά τον θάνατο του Κομοδού ανέλαβε ο Σέξστος να πει τη γνώμη του για το ποιος πρέπει να είναι ο διάδοχος και να ενθαρρύνει για την ανάληψη και του πλούτου και του αξιώματος και ότι, αν και διαπληκτίστηκαν πολλοί μαζί του για πολλά, φέρθηκε με λεπτότητα. Λέγεται όμως ότι τον ρώτησε αυτόν ο Περτίναξ (διάδοχος του Κομοδού) για τα Ελληνικά πράγματα, με τα οποία εκείνος είχε στενή σχέση, πολύ λυπήθηκε, γιατί δεν μπόρεσε να καταλάβει αυτά που του έλεγε. Γιατί αυτός ισχυριζόταν ότι η μορφή προέρχεται εκ φύσεως, ενώ τα υπόλοιπα από την αφοσίωση σε μία επιδίωξη, αλλά εκείνος δε μετείχε στην παιδεία του. |
- Σουΐδας
| Φαβωρῖνος Ἀρλεάτου τῆς ἐν Γαλλίᾳ πόλεως, ἀνὴρ πολυμαθὴς κατὰ πᾶσαν παιδείαν… γεγονὼς ἐπὶ Τραϊανοῦ τοῦ Καίσαρος καὶ παρατείνας μέχρι τῶν Άδριανοῦ χρόνων τοῦ βασιλέως, ἀντεφιλοτιμεῖτο γοῦν καὶ ζῆλον εἶχε πρὸς Πλούταρχον τὸν Χαιρωνέα εἰς τὸ συντεταγμένον βιβλίων ἄπειρον. Γέγραπται γοῡν αὐτῷ φιλόσοφά τε καὶ ἱστορικά, ὧν πολὺς ἀριθμός…. | Μτφρ.: ο Φαβωρίνος από την Αρλεάτη, πόλη της Γαλλίας, άνδρας πολυμαθής σε κάθε γνώση … έζησε την εποχή του Καίσαρα Τραϊανού και έφτασε μέχρι τους χρόνους του βασιλιά Αδριανού. Συναγωνιζόταν και ζήλευε τον Πλούταρχο τον Χαιρωνέα ως προς το πλήθος των βιβλίων που είχε συντάξει. Έγραψε αυτός φιλοσοφικά και ιστορικά βιβλία, των οποίων ο αριθμός είναι μεγάλος… |
Ε) πληροφορίες για αποσπάσματα του Πλουτάρχου
- Σουΐδας
| Ἰόρτιος, ὄνομα κύριον · ὁ τοίνυν Ἰόρτιος οὐκ ἔχων ὅ,τι παρ’ ἑαυτοῦ τερατεύσασθαι, σιγῆς γενομένης · ἐκεῖνο δὲ οὐκ ἐννοεῖτε, ὦ φίλοι συμπόται, ὡς στρογγύλη ἐστὶν ἡ τράπεζα καὶ ἄγαν περιφερής; ἐπὶ τοίνυν τῇ ἀκράτῳ κολακείᾳ ὡς τὸ εἰκὸς γέλως κατερράγη · ἐγγώνιος γὰρ ἦν καὶ οὐ στρογγύλη ἡ τοῦ Μαικήνα τράπεζα. Πλούταρχος. | Μτφρ.: ο Ιόρτιος είναι κύριο όνομα. Ο Ιόρτιος λοιπόν μην έχοντας κάτι άλλο παράξενο και υπερβολικό να πει για τον εαυτό του και ενώ όλοι περίμεναν με ησυχία (είπε): εκείνο δεν το καταλαβαίνετε, άνδρες συμποσιαστές, ότι στρογγυλή είναι η τράπεζα και τέλεια κυκλική; Γέλιο ξέσπασε, όπως ήταν φυσικό, εξαιτίας της άκρατης κολακείας του, αφού με γωνιές και όχι στρογγυλή ήταν η τράπεζα του Μαικήνα. Το γεγονός ιστορεί ο Πλούταρχος |
- Σουΐδας
| Νάφθα · τριγενὲς τοῦτο · κοινῶς μὲν γὰρ ἡ νάφθα, εὕρηται δὲ καὶ οὐδετέρως τὸ νάφθα, παρὰ Πλουτάρχῳ δὲ καὶ ὁ νάφθος, ὅτι οἱ μὲν Ἕλληνες Μηδείας ἔλαιον ταύτην καλοῦσιν, οἱ δὲ Μῆδοι νάφθαν. | Μτφρ.: Νάφθα (εύφλεκτο έλαιο) · ουσιαστικό τριγενές· κοινώς η νάφθα, αλλά συναντάται και ουδέτερο, το νάφθα, ενώ στον Πλούταρχο βρίσκεται και ο νάφθος, επειδή οι Έλληνες έλαιο της Μηδείας την ονομάζουν, ενώ οι Μήδοι νάφθα. |
- Σουΐδας
| Σικχός · σκώπτης, ἢ ὁ ἀνόρεκτος καὶ ἀσθενής. Πλούταρχος, τὰ ῥωμαλεώτερα τῶν ζῴων τοὺς στομάχους σκορπιοὺς καὶ ὄφεις ἐσθίοντα καταπέττει · οἱ δὲ σικχοὶ καὶ νοσώδεις ἄρτον καὶ ὕδωρ προσφερόμενοι ναυτιῶσιν. | Μτφρ.: Σικχός: αυτός που λέει αστεία ή ο ανόρεκτος και ασθενής. Σε απόσπασμά του ο Πλούταρχος αναφέρει ότι τα πιο δυνατά στο στομάχι ζώα σκορπιούς και φίδια τρώνε και χωνεύουν, ενώ οι ανόρεκτοι και άρρωστοι νιώθουν ναυτία ακόμα και όταν τρώνε ψωμί και νερό. |
- Σουΐδας
| … Σύλλας ὁ ὕπατος ἀπάρας ἐξ Ἐφέσου προσασχών τε ταῖς Ἀθήναις ἐνδιέτριψε τῇ πόλει χρόνου τινὸς καὶ τὴν Ἀπελλικῶντος τοῦ Τηΐου καταλαβὼν ἐνταῦθα βιβλιοθήκην ἀνείλετο · ἐν ᾗ πλεῖστα τῶν Ἀριστοτέλους καὶ Θεοφράστου βιβλίων ἦν, οὕπω τότε τοῖς πολλοῖς, ᾗ φησι Πλούταρχος, γνωριζόμενα, ἀλλ’ ἐντεῦθεν ἐς τὴν τῶν ἀνθρώπων ἐκφοιτήσαντα γνῶσιν… | Μτφρ.: … ο Σύλλας ο ύπατος, οδηγώντας στρατιωτική δύναμη από την Έφεσο αποβιβάστηκε στην Αθήνα και έμεινε ένα διάστημα στην πόλη και εκεί κατέλαβε τη βιβλιοθήκη του Απελλικώντος από την Τέω και άρπαξε για τον εαυτό του · σε αυτή πάρα πολλά από τα βιβλία του Αριστοτέλη και του Θεοφράστου βρίσκονταν, που δεν ήταν ακόμη τότε γνωστά στους πολλούς, όπως λέει ο Πλούταρχος, αλλά από εκεί διέδωσε τη γνώση τους στους ανθρώπους… |
- Σουΐδας
| ὠβάξ · παρά Πλουτάρχῳ | ὠβάξ, λέξη που απαντάται στον Πλούταρχο |
Στ) χρονολόγηση με βάση τον Πλούταρχο
- Σουΐδας
| Ἰάσων, Ἀργεῖος, ἱστορικός, νεώτερος Πλουτάρχου τοῦ Χαιρωνέως, γραμματικός, ἔγραψε περὶ Ἑλλάδος βιβλία δ’ · ἔχει δὲ καὶ ἀρχαιολογίαν Ἑλλάδος καὶ ἀπὸ τῶν Μηδικῶν τά τε κατ’ Ἀλέξανδρον ἕως τελευτῆς αὐτοῦ καὶ τὰ μέχρι τῆς Ἀθηναίων ἁλώσεως , τῆς γενομένης ὑπὸ Ἀντιπάτρου τοῦ πατρὸς Κασσάνδρου. | Μτφρ.: Ιάσων, Αργείος, ιστορικός, νεώτερος του Πλουτάρχου του Χαιρωνέως, γραμματικός, έγραψε 4 βιβλία για την Ελλάδα · περιλαμβάνει και μία αρχαιολογία της Ελλάδας και από τα Μηδικά και τα σχετικά με τον Αλέξανδρο μέχρι τον θάνατό του και τα σχετικά μέχρι την άλωση της Αθήνας που έγινε από τον Αντίπατρο, τον πατέρα του Κασσάνδρου. |
Χριστιανικοί χρόνοι
Α) προσωπικότητες
- Σουΐδας
| ἀνακεχωρηκότων· ὁ δὲ ἐκτήσατο βιβλίων μυριάδας τρεῖς καὶ τούτων σπουδαίων καὶ ἀνακεχωρηκότων · ἀντὶ τοῦ ἀποκρύφων. Λέγει δὲ περὶ τοῦ Ἐπαφροδίτου τοῦ Χαιρωνέως. | Μτφρ.: Στο λήμμα ἀνακεχωρηκότων, λέξη που χρησιμοποιείται αντί των αποκρύφων, ο συντάκτης φέρνει ένα παράδειγμα της χρήσης της: αυτός απέκτησε τριάντα χιλιάδες βιβλία και από αυτά πολλά σπουδαία και απόκρυφα. Η φράση αναφέρεται στον Επαφρόδιτο τον Χαιρωνέα. |
Β) Περιγραφή
- Σουΐδας
| Ἄρνη · πόλις Βοιωτίας | Άρνη, πόλη της Βοιωτίας |
- Σουΐδας:
| Χαιρώνεια· πόλις· καὶ Χαιρωνειάτης ὁ πολίτης· καὶ Χαιρωνεύς , (τοῦ) Χαιρωνέως | Χαιρώνεια, όνομα πόλεως. Χαιρωνειάτης ο πολίτης και Χαιρωνεύς του Χαιρωνέως |
